Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Το παραθύρι

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού
<το τσιγκελάκι>

την έπλεκε με το τσιγκελάκι ώρες, μέρες, μέχρι που βάραινε
το πήρε απ’ το χέρι της και το συνέχισε, μέχρι που κουράστηκε
το πήρε απ’ την κούραση της και το τέλειωσε.

έχει πάνω τρία ονόματα, της μάνας, της κόρης και της εγγόνας.

δεν τάβαλε από καπρίτσιο μα για την μνήμη τους, όταν θα φύγουν .
το ‘ξερε ότι κάποτε θα ‘ρθει αυτή η ώρα κι είχε τα παραθύρια ανοιχτά,
τα παντζούρια δεμένα να μη τα χτυπά ο άνεμος.

δεν άργησε ν’ ακούσει τον ταχυδρόμο να ‘ρχεται
ψηλός, ξανθός, με γαλανά μάτια
δεν είχε άγρια όψη μα  αγγελική, για να τις αγκαλιάσει.

το τσιγκελάκι , ήταν ακουμπισμένο δίπλα στο καλαθάκι με τις κλωστές
που ‘πλεκε η μάνα , το άφησε στην κόρη κι αυτή το 'δωσε στην εγγόνα.


Τάσος Ορφανίδης


Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Καθημερινά με σκέψεις και με λόγια , Νοέμβρης & Δεκέμβρης Τ.Ο

φωτογραφία  Μιχάλης Ματζαβίνος

Έβγαλε όλο τον θυμό του όταν του είπαν να περιμένει στη σειρά του.
Του θύμισε τα χρόνια που στοιχιζόταν.
Επανάσταση χωρίς θυμό δεν γίνεται

«Κόστος τα γηρατειά δεν τους ταιριάζει η στέρηση» συλλογίστηκε
Έδωσε νευρικά μια σπρωξιά την πόρτα κι έφυγε

Τον χρόνο δεν μετρήσαμε καλά
ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι χάνονται αλλά κάποτε συναντιούνται

 Δυο δάκρυα κύλησαν, λύπης και χαράς,
 έκαναν την γνωστή διαδρομή τους
 μέχρι που ν' αφήσουν τη γεύση τους στα χείλη

Λίγη ελπίδα,
αυτή η μικρή φλόγα ,
ας της δώσουμε μια ακόμη ευκαιρία

Κόντρα καιρός η μία μέρα με την άλλη
κι οι ναυτικοί στα πέλαγα με τις δικές τους φουρτούνες,
κάπως έτσι κι εμείς οι στεριανοί
από τη μια ο νους να ταξιδεύει
κι απ'την άλλη να θεριεύουν γύρω μέρες αγριεμένες

Οι φίλοι μπολιάζουν την αγάπη τους , πόσο όμορφο το δώρο τους!

Μαντάλωσε την πόρτα
με κρυφούς λυγμούς
σ’ ένα περαστικό καημό

Όταν αντίκρισα το κλάμα της, ένιωσα  ότι η απουσία γίνεται  μεγάλο βαρίδι
Κάποτε έκλαιγα όταν έφευγα εγώ
τώρα κλαίω που φεύγουν τα παιδιά μας 

Συναισθήματα! αυτά έχουν αξία, ας μη τ' αφήνουμε στις μοναξιές τους

Σκοτεινιασμένα μάτια απόμακρα
διέσχισαν τον δρόμο
με τον διακριτικό ήχο του μπαστουνιού

Τον χρόνο δεν μετρήσαμε καλά
ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι χάνονται αλλά κάποτε συναντιούνται

Οι ακτίνες του ήλιου έτσι όπως μπαίνουν στα κρυφά,
κακομαθαίνουν τα ζωντανά που λιάζονται
χωρίς τον φόβο του απρόβλεπτου

Τα παιδιά χαίρονται
με λίγο φως
μέσα στη γκρίζα τη ζωή 

Έξω επικρατεί παγωνιά .
Θάθελα  να φωτίσουν τις γειτονιές, να βγούμε όλοι να παίξουμε,
να αγκαλιαστούμε, να σμίξουμε τις ανάσες μας, κάποιοι να ζεσταθούνε

Κρέμασα μια κούνια στο χριστουγεννιάτικο δένδρο
να γαληνέψει η αγριεμένη θάλασσα μου
Γύρω του μαζεύτηκαν χαρούμενες παιδικές φωνές

Αν δίναμε στη ζωή χρώματα
να έβρισκαν τα παιδιά
τα μυστικά περάσματα!

Αν έβρισκαν τα παιδιά
λίγο φως.
να φώτιζαν την άχρωμη διαδρομή τους

Με το λεωφορείο της γραμμής. Ένας κύριος γύρισε και μου χαμογέλασε .
Μου άρεσε το χαμόγελο του και το μοίρασα στους υπόλοιπους.
Όλοι γελούσαν με τον ίδιο τρόπο, δυνατά κι απελπισμένα!

Παγωμένο θα ‘τανε το νερό στα δοχεία των ζώων
Παγωμένες θα ‘μειναν οι καρδιές στο σπιτικό τους
Το θύμιζε το κλάμα τους όλο το βράδυ

Άνοιξα το παραθύρι με ψίχουλα στο χέρι
Το μικρό του ράμφος χάιδεψε την παλάμη μου
Και οι παγωμένες φτερούγες του ζέσταναν την καρδιά μου

Μη σου κακοφαίνεται που δεν τα κατάφερα
Η προσπάθεια μου με ξεπέρασε

Μέσα στην κοσμοπλημμύρα
κρύβονται οι κοπριές
Συγκαταλέγονται στ’ ανακυκλώσιμα 

Στην προσπάθεια μου να χτίσω
Έπεσε και με πλάκωσε
Έμεινε μόνο η διάθεση

Έκανε το λάθος να υποτιμήσει τον απέναντι
θα φανεί στην αντίδραση του
το πόσο έβλαψε

Αν κρατούσαμε την παιδική μας αθωότητα !
να ξελογιάζαμε τον χρόνο,
θα χανόμασταν στο δικό μας παραμυθένιο κόσμο

Αν σου δώσουνε σκαμπίλι
μη σκεφτείς να ρίξεις κλωτσιά
έτσι και αλλιώς θα πήγαινε άχρηστη

Όποτε ξεπορτίζουν σελίδες αδιάβαστες,
πεταμένες γόπες με καύτρες αναμμένες,
φουμάρουν στη γωνία

Αν ξεπορτίσουν τα μυστικά πάθη
Δεν θα μείνουν σελίδες αδιάβαστες

Οι κοπριές ως ανακυκλώσιμο υλικό
μπερδεύονται με τους ανθρώπους

Όταν σου μπήγουν βαθιά το μαχαίρι,
δείξε την πληγή σου.
Είναι περιττό να καρφώσεις το δικό σου μαχαίρι,
έχεις ήδη πεθάνει

Πάνω στη προσπάθεια με βρήκε το βόλι  κατάστηθα,
Πόσο λάθος που δεν το πήρα στα σοβαρά

Το τηλέφωνο διέκοψε τις μελαγχολικές σκέψεις μου
Τα νέα δεν μπόρεσα να τα χαρώ
Στο επόμενο κάλεσμα του θα θελα ν’ ακούσω ανέκδοτα

Η μέρα σήμερα φόρεσε την καλή της φορεσιά .
Ντυμένη στα λευκά υποδέχθηκε τους πρωινούς καλεσμένους της
 με την απέριττη ομορφιά της!

Λιμάνι!
μια πινελιά στα ακριβά σου μάτια.
Φτάνει να ανοίξει διαδρομές στο βάθος της ομίχλης.

Βρήκαν δρόμο τα μυστικά,
σαν μπήκαν στο λιμάνι
πνίγηκαν σε βαθιά νερά

Στρωμένο  γιορτινό τραπέζι με  βλέμματα γύρω του αγαπημένα

Φλόγες που ταξιδεύουν τις σκέψεις
δυσκολίες για λίγο που γίνονται καπνός

Οι ώρες μπορεί να μαστιγώνουν αλύπητα,
 μετρώντας τις βουρδουλιές τους

Δεν βρίσκω τίποτε πιο σημαντικό από την μοναδική στιγμή

Με δάκρυα δεν γέμισα ποτέ τις αδυναμίες μου

Με μία γουλιά κρασί, τα κατάφερα πάλι να μεθύσω

Με μουσικές και με φωνές
σαν νάτανε ψες.

Κάποιος πέρασε το χέρι να χτενίσει τα μαλλιά
και τα δάχτυλα του γέμισαν κουτσουλιές.
Ευτυχία, τύχη του φώναξαν

Πόσο απελπισμένος ήμουν,
να μη καταλάβω ότι με πρόλαβε
η ματαιοδοξία μου

Το ουρλιαχτό της νύχτας,
μ’ έβγαλε απ’ τη κρυψώνα μου
να πάψω να λουφάζω

Να γύρναγαν όλα πίσω,
έτσι όπως παλιά θυμάμαι,
να τα ‘παιρνα  απ’ την αρχή


Η κρυψώνα μου στης μοναξιάς τα σκεπάσματα,
γέμισε με αλλοτινά φαντάσματα

Φόρεσα μαντίλι, έδεσα τα μαλλιά,
oι πατούσες σκληρές,
πέτρα που στενάζει απ’ το βάρος

Ζωγράφισα τα σύννεφα,
στήσανε χορό,
μα λείπανε τα τραγούδια τους

Καμία φιγούρα δεν αφήνει τον ίσκιο της να κρατάει επίμονα μια θέση.

Περίεργο μου φαίνεται το φως της μέρας στα χρώματα του δειλινού

Ένα μπουκέτο αγριολούλουδα
λαθρεπιβάτες στο όνειρο
καρδιές  που θα γεννήσουν η θα πεθάνουν

Ανάμεσα σε κύκλους κάθε σταλαγματιάς κρύβεται ένα ειρωνικό  χαμόγελο .

Ο έρωτας χάραξε το τέλος
όταν είχαν αποφασίσει να κόψουν τα μαλλιά τους.
Πόσο κρίμα που τους χάλασε τα κέφια

Θα περιμένω το πρωινό ξύπνημα απ’ τα σπουργίτια που φωλιάζουν στα κάστρα, θα προτιμούσα την δική τους καλημέρα

Τον χρόνο δεν μπορείς να τον ξελογιάσεις, ξέρει αυτός να μετρά .
Εκεί στο δωμάτιο θα συναντήσει την σκιά σου.
Δεν έχεις παρά να παραμερίσεις αθόρυβα 

Η νύχτα  μου χαμογελά κι εγώ παίρνω θάρρος.
Μόνο το ξημέρωμα ας φανεί,
ν’ ακούσω το τραγούδι απ’ τις νεράιδες

Όταν έρθει η ώρα για να εισπράξεις,
δεν μένει παρά ν’ ακολουθήσεις το φεγγαρόφωτο
με συνοδά τ’ αστέρια.

Από τη στιγμή που  μπήκε το φεγγάρι στο δωμάτιο
γίνανε σπάνιες οι συναντήσεις μας

Πάντα ήμουνα απρόσεκτος στις επισκέψεις μου
τ’ ορκίζομαι, δεν είναι απο συνήθεια
 
Πλούσια τ’ αγαθά σου
μ’ αρέσει να κλέβω από τους καρπούς σου
αλλά γίνομαι επιλεκτικός στις προτιμήσεις μου

 Είχα κουβέντες με το κύμα.
Με περιέπαιξε αφρίζοντας με μανία .
Οι σχέσεις μας διακόπηκαν με παρεξήγηση 

Ζωώδη τα ένστικτα του ανθρώπου για εξουσία και κυριαρχία, παραμερίζουν την ηθική και τον λόγο

Στένεψαν τα σοκάκια και οι πόρτες γίνανε μικρά παράθυρα,
Χωρίς ήλιο, με λιγοστό φως, γεννήθηκαν άλλες μέρες

Έπλεξαν σήμερα το εγκώμιο του,
ας κάνουμε ησυχία
να εμβαθύνουμε στον στοχασμό

Μάζεψα τις πέτρες που σημάδεψαν την ατιμία,
τις έκανα προσκέφαλο για φυλαχτό!

Στένεψαν τα σοκάκια και οι πόρτες γίνανε μικρά παράθυρα,
Χωρίς ήλιο, με λιγοστό φως πώς να βρω επιστροφή

Εδώ συναντιέμαι με τα αισθήματα.
Είναι μικρή η απόσταση τους για όσο θα επιμένω
 
Ένα παραθύρι είναι ανάμεσα μας
εσύ βλέπεις τη θάλασσα κι εγώ τις κορφές των δένδρων,
η επικοινωνία μας έχει διαφωνίες

Δεν μ’ ενοχλεί η μοναξιά,
ακούω το βουητό της,
έχει τη φωνή και το  σχήμα θάλασσας

Μέσα στη σιωπή της φύσης
το μυαλό κάνει ταξίδια
 και ο χρόνος το εκμεταλλεύεται

Το μάθατε; Γίναμε μέτοχοι των καναλιών και θα μας μοιράζουν μέρισμα . Το πήρα απόφαση με τόση χαρά που πήρα σήμερα,
από εδώ και πέρα θα μοιράζομαι τη συγκίνηση τους

Τάσος Ορφανίδης