Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

μια αναπάντεχη συνάντηση

φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Όταν κοίταξε το ρολόι του, ήταν 12 ώρα. Έτσι συνειδητοποίησε, ότι στέκονταν έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου αρκετή ώρα. Το βλέμμα του κάθε τόσο, σέρνονταν προς εκείνη την κατεύθυνση. Ένιωθε εκτεθειμένος στους περαστικούς ,ντροπιασμένος για τον εαυτόν του.Οι ώρες τον μαστίγωναν αλύπητα..
Φιλιά , χέρια μπερδεμένα , κορμιά αναστατωμένα άφηναν την κόλαση γύρω τους αδιάφορα. Αλυσίδες αγκάλιασαν το δικό του κορμί , αγκάθια του μυαλού ξεκλείδωσαν την τρέλα του.Μια αναπάντεχη συνάντηση είχε μεγάλο κόστος.
Άδικο ήταν ,δυο δάκρυα πόνου κύλησαν  στο πρόσωπο του.Έχει ήδη πεθάνει είναι περιττό να μπήξει το δικό του μαχαίρι.Το ουρλιαχτό της νύχτας,τον έβγαλε απ’ τη κρυψώνα του, να πάψει να λουφάζει. Περίεργα  φαίνονται τα χρώματα της.
Έβαλε το χέρι στη μέσα τσέπη , έβγαλε ένα πιστόλι και το ακούμπησε στον κρόταφο. Τον κρότο του σκέπασαν τα περαστικά αυτοκίνητα, το αίμα του κύλησε στην άσφαλτο σ' ένα μικρό ρυάκι.
Την επόμενη μέρα, έμεινε μια κιμωλία να διαγράφει το περίγραμμα του.



Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

αμίλητος


φωτογραφία Κατερίνα Μαργέτη

Εκεί στο βάθος του δρόμου, στο τέρμα του πάρκου, τον πήρε το μάτι της να βαδίζει με βήμα αργό. 
Τάχυνε λίγο μήπως τον προλάβει,χρειαζόταν εξηγήσεις. Γιατί αυτή η συμπεριφορά , δεν άξιζε λίγο την προσοχή του; Αυτός έστεκε πάντα αμίλητος, άκουγε τα δικά της, μα δεν έβγαζε λέξη. Χαμένος στον δικό του κόσμο, σ'αυτόν που δεν θέλει συντροφιά η μοναξιά .Χτυπημένος από την ανεργία κλείστηκε στον εαυτόν του, χωρίς μιλιά , χωρίς κάποια ζεστή ματιά στους γύρω του.
Κάποια μέρα δεν άντεξε, άνοιξε την πόρτα και του έδειξε τον δρόμο. Αυτός πάλι,  χωρίς να πει κουβέντα σηκώθηκε από τον καναπέ, την κοίταξε με ένα βλέμμα ταξιδεμένο, άναψε το τσιγάρο του αργά όπως συνήθως, πήρε το σακάκι του αφήνοντας πίσω του την σκόνη να γράφει το αποτύπωμα του.
Κοντοστάθηκε κι έτρεξε στο κατόπι του.
Λίγο πιο κάτω, σταμάτησε μπροστά σ' ένα φρεσκοβαμμένο τοίχο , πήρε ένα σπασμένο κεραμίδι που βρήκε πεταμένο κι έβγαλε το θυμό της  σε δύο στιχάκια, όσα στριφογυρίζουν στο μυαλό της όλες τις μέρες! 

"κι εσύ εδώ ν' αγναντεύεις το γκρίζο, 
ψυχές παραδομένες σε αδιέξοδες επιθυμίες" K.M

Τάσος Ορφανίδης 

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

δύο φλιτζάνια καφέ

φωτογραφία Κατερίνα Μαργέτη
Το κάλεσμα του τηλεφώνου, με βρήκε αφοσιωμένο σ’ ένα κείμενο που το παίδευα για ώρες, αλλά δεν μου έβγαινε. Χαμένος στις σκέψεις μου, ταξίδευα σε μέρη που θα θελα να ήμουν και δεν τα κατάφερα μέχρι τώρα . Όπως σ’ εκείνο το καφέ, από μια φωτογραφία που μου έστειλες παλιά. 
Φαντάζομαι να πίνω τον καφέ μου το πρωί, σ’ ένα ζεστό περιβάλλον με θέα καταπληκτική . Από το τραπέζι δεν λείπει ο δεύτερος διπλός καφές, να κρατά συντροφιά στη μοναξιά της μέρας. Δύο φλιτζάνια καφέ να κουβεντιάζουν σιωπηλά ,ν’ ανταλλάσσουν ματιές , ν’ ανακαλύπτουν χαμόγελα  και τα δάκρυα να πνίγονται  στο βάθος του ποτηριού. 
Κάπως έτσι, φέρνω τη παρουσία σου όταν θα συναντηθούμε , όσο δύσκολο κι αν φαίνεται. Μη ξεχάσεις να φέρεις μαζί σου το μικρό βιβλίο που σου χάρισα κάποτε, ξέχασα να γράψω την αφιέρωση σου. 
Μη με κοιτάς άλλο καχύποπτα, τίποτε δεν είναι όπως παλιά, τότε που με την πρώτη ματιά τα λόγια φάνηκαν περιττά. Χρειάζομαι μια πρόφαση, για να τα πιάσω πάλι από την αρχή .

Τα λέμε !


Τάσος Ορφανίδης

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

η μοναδική στιγμή

Φωτογραφία Κούλα Κασώτη
H φύση παίρνει σιγά τα φθινοπωρινά χρώματα της, συνεπής στον κύκλο που ορίζει η ίδια.Έφθασε το τέλος του έρωτα στα καλοκαιρινά παιχνίδια, που τα παρέσυρε ο άνεμος και τα σκόρπισε ανέμελα παντού. Το βλέμμα αφήνεται να παρακολουθεί ανήμπορο, νιώθοντας κοντά το ξελόγιασμα του χρόνου. Θλίψη συνοδεύει τους χωρισμούς που δεν άντεξαν στην ελπίδα.
Το μάνταλο στην πόρτα έχει μοιράσει  αντικλείδια και τα μοσχολούλουδα στρώνουν χαλί με το άρωμα τους.Όσοι επιβίωσαν θα μπορέσουν να κοιτάξουν πίσω. Οι αγκαλιές χρειάζονται να γεμίζουν με ζωή. 

Έτσι κι αυτή ,όλα τα χαμόγελα της τα έχει δώσει προσφορά στον χρόνο, που της χαρίζει μέρες στο κονάκι της. Χρειάζεται κάπου ν' ακουμπήσει. Το σήμερα κουβαλάει το χθες, το αύριο της είναι άγνωστο.
Με παρέα το μελαγχολικό κελάηδισμα των πουλιών και το ανησυχητικό γάβγισμα των σκύλων, ο περίπατος έχει τα δικά του αναγνωριστικά στοιχεία. Κουβαλά τις προσωπικές ανταύγειες της ψυχής, αναζητώντας να τις παντρέψει με κάθε λογής χρώματα της φύσης. Το ζευγάρωμα τους ήταν αναπάντεχο, αλλά τόσο συναινετικό όταν συναντήθηκαν στο ίδιο μονοπάτι.

«Πολλές αναμνήσεις, αναρίθμητες ευχές»

Το δικό της μονοπάτι, οδηγεί τα βήματα της στο ίδιο πάντα σημείο. Από εκεί καλοδέχεται με χαρά τα πλοία που έρχονται και από το ίδιο μέρος τους αποχαιρετά με πόνο καρδιάς. Συνηθισμένη πλέον σε αλλεπάλληλα συναισθήματα να αντιμάχονται πιο απ’ όλα θα τη διεκδικήσει, επαναλαμβάνει κάθε φορά την ίδια κίνηση, στο ίδιο σημείο αναφοράς, μέχρι να τη βρει η νύχτα να την προλάβει το φεγγάρι, ν’ αντικρίσει  απέναντι τα φώτα των σπιτιών στο χωριό, για να πάρει το δρόμο της επιστροφής στη μοναξιά της.

Η μέρα της είναι πάντα γεμάτη. Η νύχτα της γίνεται πιο εύκολη. Θ’ ανάψει ένα κερί που έχει κοντά στην πόρτα ,της αρέσει το λιγοστό φως, θα βάλει τον αγαπημένο της δίσκο στο πικάπ και θα ξαπλώσει πάνω στο χαλί μ’ ένα ποτό στο χέρι, ακούγοντας μόνο τον χτύπο της καρδιάς από τον σκύλο της. Όταν την παίρνει στην αγκαλιά του ο Μορφέας την γεμίζει  με όνειρα γεμάτα ταξίδια, απομακρύνοντας τις φοβίες της.
Το ξημέρωμα ανοίγει τις πόρτες του διάπλατες, που η ξελογιάστρα νύχτα γλίστρησε αθόρυβα στο μονοπάτι της!
Η επόμενη μέρα έχει να δείξει!
Καμιά φορά όταν αραχνιάζει η εικόνα στη σκέψη της ,βιάζεται να σύρει το φως της μέρας, τρέμουν τα χέρια της με τη σκέψη αναπόφευκτη.

Θα πάει να συναντήσει τη μοναδική στιγμή!


Τάσος Ορφανίδης

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ιδανική νύχτα




Κάτω από το αχνό φως του φεγγαριού, όλα φαίνονται υπέροχα.
Η απόλυτη σιγαλιά, άπλωσε  τα πλοκάμια της κι έφτιαξε την ιδανική νύχτα .
Τα σκυλιά  κουλουριάστηκαν και αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα.
Απαλό χάδι, συντρόφευε τα αταξίδευτα όνειρα.  
Φωνές γίνανε νότες, παίζοντας με τα άστρα στις παραλλαγές των χρωμάτων.
Ιδανική νύχτα σήμερα!


 Τάσος Ορφανίδης

έτσι όπως κυλά η ζωή

Φωτογραφίες Κατερίνα Μαργέτη 

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η Ικαρία είναι το νησί που έχει ενέργεια. Η μακροβιότητα των κατοίκων του με τους αργούς ρυθμούς που κυλά εκεί η ζωή,είναι ένα από τα θέματα που προκαλούν το ενδιαφέρον. Συνηθίζεται, να κρεμούν τα παπούτσια τους και να περπατούν ξυπόλητοι, για να πάρουν από την ενέργεια του νησιού.

Κάπως έτσι και η Ελευθερία,είχε πιάσει ήδη τα 45 και τα σκαμπίλια στο πρόσωπο ατέλειωτα. Μόλις επισκέφθηκε το νησί, έπεσε στα τέσσερα, ασπάστηκε το χώμα που πατούσε, κρέμασε τα παπούτσια της σε μια πινακίδα παραπέρα και κίνησε ξυπόλητη να διαβεί το μονοπάτι που οδηγούσε στην εκκλησιά. 

Δεν υπήρξε ποτέ τόσο θεοσεβούμενη αλλά κάτι την έσπρωχνε προς τα εκεί. Το βήμα της έγινε σταθερό, το τρέμουλο από τα χέρια εξαφανίσθηκε, ένα χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπο γεμάτο αυτοπεποίθηση, κάτι της έλεγε  τώρα ότι θα τα καταφέρει.

Πάει καιρός που πάλευε να ισορροπήσει με τις επιθυμίες της. Ήθελε να φθάσει στο χωριό, να κρεμάσει τα παπούτσια της  και να βρεθεί στο κύκλο του χορού στο πανηγύρι. Ένα κεράκι θα το άναβε έτσι κι αλλιώς , αλλά να κλείσει τον κύκλο του χορού ήταν απρόσμενο. 

Τα μάτια της άστραψαν, η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, δεν έχασε βήμα, τα πόδια της πετούσαν μαζί με τη ψυχή της. Γνώριμα πρόσωπα αγαπημένα, την κοιτούσαν μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπο , σαν να της έλεγαν προχώρα μη σταματάς κι άλλο , ακόμη ένα χορό, τον δικό σου χορό .

Στην αρχή  γελούσε  σιγανά, διστακτικά όπως τα βήματα της και μετά δυνατά μέχρι που παρέσυρε και τους άλλους να γελούν μαζί της φωναχτά , με όση δύναμη της είχε απομείνει, στην προσπάθεια της να συναντήσει την ενέργεια των χωμάτων που την γέννησαν.


Τάσος Ορφανίδης  

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

ένα μυστικό που δεν έχει λόγια

φωτογραφίες Κατερίνα Μαργέτη


Τους έρωτες που διάλεξα,
τους άφησα να κοιμούνται,
εκεί που τους πρωτόδα .

Μόνο στα γνώριμα μέρη,
μπορώ κι αναπνέω,
εκεί θα  τους ξανάβρω.

Άργησες του είπε,  γύρισε απ’ την άλλη πλευρά κι αποκοιμήθηκε. Άπλωσε το χέρι του διστακτικά να χαϊδέψει τα μαλλιά της, αλλά μια νευρική κίνηση της, τον σταμάτησε. Πόσες συγνώμες μπορώ να ζητήσω, σκέφθηκε, για να εξιλεωθώ που ξεχάστηκα. Πως να της πω ότι το μοναδικό μου αγόρι, το συνάντησα τυχαία  στο κατάστρωμα του πλοίου, όπως ερχόμουνα. Πως μπορούσα να αφήσω αυτή τη μοναδική στιγμή. Εκείνο δεν ήξερε, γύρισε με προσοχή τα μάτια του προς εμένα, απορημένο που τον κοίταζα με τόση αγάπη. Δεν μπόρεσα καν να του μιλήσω, ένας κόμπος στο λαιμό, χτύποι στην καρδιά και μιλιά καμία. Έμεινα μόνο να τον κοιτάω ,να περνάνε τα χρόνια του μπροστά μου σαν αστραπή, να μου θυμίζουν τις ευκαιρίες που έχασα. Δεν μ’ άφησε ποτέ να τον πλησιάσω. Όλα τα χρόνια έμεινα σε απόσταση να παρακολουθώ τα βήματα του , το παιχνίδι του .Πώς να της το πω γιατί άργησα, θα καταλάβει;


Τάσος Ορφανιδης

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Αυτός που έπεσε από τη σκάλα


«Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος»

Σοφή η λαϊκή παροιμία αλλά ποιος της δίνει σημασία . Εγώ π.χ το κατάλαβα όταν την έπαθα.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Εδώ και πολύ καιρό βάζω στο πρόγραμμα να βάψω τα ξύλινα κουφώματα του σπιτιού , αλλά κάθε τόσο το αναβάλω. Αυτές τι μέρες που ο καιρός βοηθά για τέτοιες δουλειές, το πήρα απόφαση. Ετοίμασα τα πινέλα μου , τα λάδια, έκανα γενικά ότι προετοιμασία χρειάζεται, καθότι έμπειρος. Είναι αλήθεια ότι το έψαχνα να το αναθέσω σε κάποιον, αλλά φοβούμενος ότι δεν θα έκανε προσεκτική δουλειά, δεν το αποφάσισα.

Να μη τα πολυλογώ, χθες τέλειωσα με την μια πλευρά του σπιτιού. Περνούσαν οι χωριανοί από μπροστά , ο καθένας με τον καλό του λόγο κι εγώ καμάρωνα σαν το σκερπάνι . Σήμερα ήρθε η σειρά της άλλης πλευράς με κατηφορικό έδαφος, δηλαδή δυσκολία στη σκάλα.

Η γυναίκα μου πιεζόμενη από κάποια δουλειά στη κουζίνα, μου ζήτησε να μη πιάσω μόνος μου τα ψηλά, για να βρίσκεται αυτή μαζί μου δίπλα στη σκάλα . Εσύ είσαι που το λες ; Την προτροπή της την προσπέρασα κι επιχείρησα να κάνω του κεφαλιού μου. Ανέβηκα στη σκάλα, έφθασα στα ψηλά κι εκεί που όλα πήγαιναν καλά,ξαφνικά βρέθηκα να ακολουθώ τη σκάλα στο πέσιμο της. Μπροστά η σκάλα πίσω εγώ η μαζί της,ούτε καν θυμάμαι.

 Η καημένη Μάνα μου κόντεψε να πάθει συγκοπή , η γυναίκα μου βγήκε από το σπίτι σαν παλαβή , τα σκυλιά μου τους κόπηκε η λαλιά , μόνο εγώ ακουγόμουν να σφαδάζω από τον πόνο. Στο μυαλό μου ήρθαν εικόνες από παλαιότερο ατύχημα μου, όταν έπεσα από τη σκάλα σε ανάλογη προσπάθεια, μπροστά στα μάτια της ανήμπορης πεθεράς μου.

Οι πόνοι στα πλευρά , στη λεκάνη , στον αυχένα και όπου αλλού μπορείς να φανταστείς. Ευτυχώς τα άκρα κινιόντουσαν , το κεφάλι στη θέση του, που να το έσπαγα μπας κι έβαζα μυαλό. Με αρκετή προσπάθεια σηκώθηκα  και αμέσως με φόρτωσε η γυναίκα μου στο αυτοκίνητο για το νοσοκομείο Πολυγύρου.  

Για καλή μας τύχη δεν υπήρχε πολύ κίνηση, εξετάστηκα σχεδόν αμέσως , ούρα, αίμα, ακτίνες και η διάγνωση ήταν αρκετά θετική. Κανένα κάταγμα. Θέλει σπάσιμο το κεφάλι μου το ξερό η δεν θέλει.   


Γι’ αυτό λοιπόν « όποιος βιάζεται σκοντάφτει», αυτά λέει η παροιμία κι αυτός που έπεσε από τη σκάλα.  

Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

ο ήχος από το πλοίο

Κατερίνα Μαργέτη
Ήταν 7 το απόγευμα, όταν πήρε το τελευταίο πλοίο της γραμμής για Πειραιά. Θα ‘θελε να μη  χτυπούσε το ρολόι , να μη φώναζε η μάνα με ανησυχία για την ώρα, να μη καλούσε το πλοίο για την άφιξη του στο λιμάνι. Ήταν απλό, δεν ήταν έτοιμη για να φύγει.

Την βαλίτσα της την ετοίμασε από την προηγούμενη μέρα, γεγονός ασυνήθιστο για την ίδια. Πάντα την τελευταία στιγμή. Κάθονταν επί ώρες μπροστά της κι έβαζε ένα ένα τα πράγματα, χωρίς να έχει συνείδηση τι κάνει. ¨Όλες της οι κινήσεις ήταν μηχανικές.
Έριξε μια τελευταία ματιά απ’ το παράθυρο που έβλεπε στο λιμάνι. Η εικόνα από τα φώτα του πλοίου δήλωνε ότι τέλειωσαν τα ψέματα, σήμανε  αναχώρηση.
Της ήταν δύσκολο να πατήσει στην αποβάθρα, ν’ανέβει τις σκάλες, να βρεθεί ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους με τα χαρούμενα πρόσωπα των διακοπών, να συναντήσει τον ίδιο.
Εκεί ήταν πάνω στο κατάστρωμα που αντάμωσαν για πρώτη φορα τα βλέμματα τους, καθώς κοιτούσαν στο ίδιο σημείο στη θάλασσα. Μια παρέα από  δελφίνια που έπαιζαν μαζί τους, ήταν η αφορμή για να γνωριστούν. Η κουβέντα έφερε ένα καφέ στο μπαρ, εξυπηρέτηση στις αποσκευές, διακοπές στο ίδιο μέρος για λίγες μέρες, μπάνιο στην ίδια ακτή , παιχνίδι στην παραλία.
 Δεν άργησε να τον γνωρίσει στην παρέα της, ακολούθησε κιθάρα και τραγούδι κάποια  βράδια, με αναμμένη τη φωτιά από ξύλα που έφερε το κύμα , πολλές ώρες μαζί.
Δεν άργησε επίσης να μάθει αρκετά γι’ αυτόν, για να αρχίσει ν’ απομακρύνεται σταδιακά με τον ίδιο ρυθμό που πλησίαζαν αρχικά ο ένας τον άλλον. Δεν άργησε να καταλάβει ότι έμπλεξε κι έπρεπε να ξεμπλέξει, όσο κρατούσαν οι διακοπές. Η συνέχεια έπρεπε να περιέχει το τέλος, ένα τέλος που έπρεπε αλλά δεν το ήθελε.
Ο ήχος από το πλοίο για δεύτερη φορά,την έβγαλε από τις σκέψεις της.Πήρε βιαστικά την βαλίτσα της, ασπάστηκε την μάνα της αποφεύγοντας το βλέμμα της και κίνησε βαριεστημένα για το λιμάνι, προσπαθώντας να κλείσει στα μάτια της  την εικόνα του όπως τον πρωτοσυνάντησε, πάνω στο κατάστρωμα κοιτώντας στο ίδιο ακριβώς σημείο. Οι ματιές τους, αυτή τη φορά  δεν πρόκειται να συναντηθούν.


Τάσος Ορφανίδης 

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ένας φευγαλέος έρωτας

Μιχάλης Ματζαβίνος
Ήταν εκεί , κατέβηκε νωρίς το πρωί ,ήθελε να είναι μόνη. Δεν συνάντησε κανέναν , ούτε βλέμματα, ούτε χαιρετίσματα, τίποτα. Η απόλυτη μοναξιά . Προχώρησε αργά, φωτογράφισε με το βλέμμα της κάθε σημείο της παραλίας, εντόπισε εκείνο που ήθελε πάντα να πηγαίνει αλλά  κάποιος άλλος την προλάβαινε. Άπλωσε την πετσέτα της , δεν είχε πάρει πολλά μαζί της ,  έβγαλε από τη τσάντα της το αγαπημένο της βιβλίο και τ’ άφησε μαζί με τα γυαλιά της στην πετσέτα της,δεν είχε λόγο να βιάζεται. Δεν φορούσε κάτι άλλο, εκτός από το μαγιό της.Η επόμενη της κίνηση ήταν να ρίξει μια βουτιά στη μαγική θάλασσα , να ξεχαστεί στην αγκαλιά της . Με λίγες απλωτές προχώρησε αρκετά μέσα, μέχρι που γύρισε ανάσκελα και άπλωσε το κορμί της να το χαϊδεύει απαλά  το μικρό κύμα.
Θα πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα , όταν άκουσε φωνές δίπλα της που την ξάφνιασαν. Μια παρέα κοριτσιών έπαιζαν με την μπάλα μέσα στο νερό. Αποφάσισε να αναζητήσει την ησυχία της στην απόμερη γωνιά της  στην παραλία, συνεχίζοντας το βιβλίο της .Τίποτε άλλο δεν της ήταν ενδιαφέρον εκεί. Πήρε την πετσέτα της , σκούπισε κάθε σταγόνα νερού από πάνω της και ξάπλωσε αναζητώντας την σελίδα που είχε μείνει. Σελίδα 135 , « ένας φευγαλέος έρωτας» . Είχε ενδιαφέρον στην πλοκή του ,μάζεψε τα πόδια της ακούμπησε πάνω τους το βιβλίο, το κεφάλι της στο ανάχωμα πίσω της σαν μαξιλάρι και χάθηκε στις σελίδες του.
Όταν τέλειωσε, ο « έρωτας» του βιβλίου της  είχε μεγάλη απογοήτευση , δίπλα της οι πετσέτες γίνανε πολλές ,οι ομπρέλες άλλο τόσο ,οι φωνές και οι ρακέτες ασταμάτητες ,το κύμα αγρίεψε κι αυτή είδε ότι δεν την έπαιρνε άλλο για να μείνει .

Τάσος Ορφανίδης 

το τραγούδι της νύχτας


Θάνος Χαρίσης
Με το τραγούδι του αηδονιού που κράτησε μέσα στη νύχτα.
κοιτάζει ο ουρανός την γη ,να θέλουν ν’ ανταμώσουν,
βγαίνει  η νύχτα της καρδιάς και της ψυχής η γαλήνη,
φέρνουν την κατάσταση εκεί που της αρμόζει.

Χαστούκια του ανέμου έρχονται απανωτά, 
καλεί η φωνή τη σιωπή κι η σιωπή την φύση.
πιασαν τις νότες τους κοινές για να ζευγαρωθούνε.
να τραγουδήσουνε μαζί  την πιο τρελή τους σχέση

Παίρνει τη σκυτάλη η σιωπή φοβάται όλη η φύση
Της φαντασίας φυλαχτό οι μουσικές φωνές τους.
Κρυμμένο κάπου σε βουνοκορφές ,της μοναξιάς φαντάσματα.

Τάσος Ορφανίδης

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

"το αποτύπωμα στον τοίχο"

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Αυτή η χρονιά, μου δείχνει τα χρόνια του πατέρα .
Σαν να ‘στε συνομήλικοι.

Την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο πατέρας, μου αποκρίθηκες 

Πόσο θα θελα να ‘μουν αλλοδαπός επισκέπτης της αγκαλιάς σου. 

Με φαντασία στάθηκα, είπες με ύφος
κι αυτό το είδα στο βλέμμα σου 

Μια ζεστή αγκαλιά  έφερε το δάκρυ
και συ την ζεστασιά που περίμενα.
Πέρασαν μπροστά μου σαν αστραπή,
όλα όσα μου έδωσες,
όλα όσα μου χάρισες, αυτόν τον καιρό.

Το γλυπτό έξω από το σπίτι,
ταιριάζει με τη  χρονιά που γεννήθηκε ο πατέρας.
Είναι η μέρα, που άφησαν το αποτύπωμα στον τοίχο. 

Για να γνωρίζεις ότι ήμασταν συνομήλικοι, συμπλήρωσες.

Τάσος Ορφανίδης

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Το παραθύρι

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού
<το τσιγκελάκι>

την έπλεκε με το τσιγκελάκι ώρες, μέρες, μέχρι που βάραινε
το πήρε απ’ το χέρι της και το συνέχισε, μέχρι που κουράστηκε
το πήρε απ’ την κούραση της και το τέλειωσε.

έχει πάνω τρία ονόματα, της μάνας, της κόρης και της εγγόνας.

δεν τάβαλε από καπρίτσιο μα για την μνήμη τους, όταν θα φύγουν .
το ‘ξερε ότι κάποτε θα ‘ρθει αυτή η ώρα κι είχε τα παραθύρια ανοιχτά,
τα παντζούρια δεμένα να μη τα χτυπά ο άνεμος.

δεν άργησε ν’ ακούσει τον ταχυδρόμο να ‘ρχεται
ψηλός, ξανθός, με γαλανά μάτια
δεν είχε άγρια όψη μα  αγγελική, για να τις αγκαλιάσει.

το τσιγκελάκι , ήταν ακουμπισμένο δίπλα στο καλαθάκι με τις κλωστές
που ‘πλεκε η μάνα , το άφησε στην κόρη κι αυτή το 'δωσε στην εγγόνα.


Τάσος Ορφανίδης


Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Καθημερινά με σκέψεις και με λόγια , Νοέμβρης & Δεκέμβρης Τ.Ο

φωτογραφία  Μιχάλης Ματζαβίνος

Έβγαλε όλο τον θυμό του όταν του είπαν να περιμένει στη σειρά του.
Του θύμισε τα χρόνια που στοιχιζόταν.
Επανάσταση χωρίς θυμό δεν γίνεται

«Κόστος τα γηρατειά δεν τους ταιριάζει η στέρηση» συλλογίστηκε
Έδωσε νευρικά μια σπρωξιά την πόρτα κι έφυγε

Τον χρόνο δεν μετρήσαμε καλά
ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι χάνονται αλλά κάποτε συναντιούνται

 Δυο δάκρυα κύλησαν, λύπης και χαράς,
 έκαναν την γνωστή διαδρομή τους
 μέχρι που ν' αφήσουν τη γεύση τους στα χείλη

Λίγη ελπίδα,
αυτή η μικρή φλόγα ,
ας της δώσουμε μια ακόμη ευκαιρία

Κόντρα καιρός η μία μέρα με την άλλη
κι οι ναυτικοί στα πέλαγα με τις δικές τους φουρτούνες,
κάπως έτσι κι εμείς οι στεριανοί
από τη μια ο νους να ταξιδεύει
κι απ'την άλλη να θεριεύουν γύρω μέρες αγριεμένες

Οι φίλοι μπολιάζουν την αγάπη τους , πόσο όμορφο το δώρο τους!

Μαντάλωσε την πόρτα
με κρυφούς λυγμούς
σ’ ένα περαστικό καημό

Όταν αντίκρισα το κλάμα της, ένιωσα  ότι η απουσία γίνεται  μεγάλο βαρίδι
Κάποτε έκλαιγα όταν έφευγα εγώ
τώρα κλαίω που φεύγουν τα παιδιά μας 

Συναισθήματα! αυτά έχουν αξία, ας μη τ' αφήνουμε στις μοναξιές τους

Σκοτεινιασμένα μάτια απόμακρα
διέσχισαν τον δρόμο
με τον διακριτικό ήχο του μπαστουνιού

Τον χρόνο δεν μετρήσαμε καλά
ανάμεσα στο πλήθος
οι άνθρωποι χάνονται αλλά κάποτε συναντιούνται

Οι ακτίνες του ήλιου έτσι όπως μπαίνουν στα κρυφά,
κακομαθαίνουν τα ζωντανά που λιάζονται
χωρίς τον φόβο του απρόβλεπτου

Τα παιδιά χαίρονται
με λίγο φως
μέσα στη γκρίζα τη ζωή 

Έξω επικρατεί παγωνιά .
Θάθελα  να φωτίσουν τις γειτονιές, να βγούμε όλοι να παίξουμε,
να αγκαλιαστούμε, να σμίξουμε τις ανάσες μας, κάποιοι να ζεσταθούνε

Κρέμασα μια κούνια στο χριστουγεννιάτικο δένδρο
να γαληνέψει η αγριεμένη θάλασσα μου
Γύρω του μαζεύτηκαν χαρούμενες παιδικές φωνές

Αν δίναμε στη ζωή χρώματα
να έβρισκαν τα παιδιά
τα μυστικά περάσματα!

Αν έβρισκαν τα παιδιά
λίγο φως.
να φώτιζαν την άχρωμη διαδρομή τους

Με το λεωφορείο της γραμμής. Ένας κύριος γύρισε και μου χαμογέλασε .
Μου άρεσε το χαμόγελο του και το μοίρασα στους υπόλοιπους.
Όλοι γελούσαν με τον ίδιο τρόπο, δυνατά κι απελπισμένα!

Παγωμένο θα ‘τανε το νερό στα δοχεία των ζώων
Παγωμένες θα ‘μειναν οι καρδιές στο σπιτικό τους
Το θύμιζε το κλάμα τους όλο το βράδυ

Άνοιξα το παραθύρι με ψίχουλα στο χέρι
Το μικρό του ράμφος χάιδεψε την παλάμη μου
Και οι παγωμένες φτερούγες του ζέσταναν την καρδιά μου

Μη σου κακοφαίνεται που δεν τα κατάφερα
Η προσπάθεια μου με ξεπέρασε

Μέσα στην κοσμοπλημμύρα
κρύβονται οι κοπριές
Συγκαταλέγονται στ’ ανακυκλώσιμα 

Στην προσπάθεια μου να χτίσω
Έπεσε και με πλάκωσε
Έμεινε μόνο η διάθεση

Έκανε το λάθος να υποτιμήσει τον απέναντι
θα φανεί στην αντίδραση του
το πόσο έβλαψε

Αν κρατούσαμε την παιδική μας αθωότητα !
να ξελογιάζαμε τον χρόνο,
θα χανόμασταν στο δικό μας παραμυθένιο κόσμο

Αν σου δώσουνε σκαμπίλι
μη σκεφτείς να ρίξεις κλωτσιά
έτσι και αλλιώς θα πήγαινε άχρηστη

Όποτε ξεπορτίζουν σελίδες αδιάβαστες,
πεταμένες γόπες με καύτρες αναμμένες,
φουμάρουν στη γωνία

Αν ξεπορτίσουν τα μυστικά πάθη
Δεν θα μείνουν σελίδες αδιάβαστες

Οι κοπριές ως ανακυκλώσιμο υλικό
μπερδεύονται με τους ανθρώπους

Όταν σου μπήγουν βαθιά το μαχαίρι,
δείξε την πληγή σου.
Είναι περιττό να καρφώσεις το δικό σου μαχαίρι,
έχεις ήδη πεθάνει

Πάνω στη προσπάθεια με βρήκε το βόλι  κατάστηθα,
Πόσο λάθος που δεν το πήρα στα σοβαρά

Το τηλέφωνο διέκοψε τις μελαγχολικές σκέψεις μου
Τα νέα δεν μπόρεσα να τα χαρώ
Στο επόμενο κάλεσμα του θα θελα ν’ ακούσω ανέκδοτα

Η μέρα σήμερα φόρεσε την καλή της φορεσιά .
Ντυμένη στα λευκά υποδέχθηκε τους πρωινούς καλεσμένους της
 με την απέριττη ομορφιά της!

Λιμάνι!
μια πινελιά στα ακριβά σου μάτια.
Φτάνει να ανοίξει διαδρομές στο βάθος της ομίχλης.

Βρήκαν δρόμο τα μυστικά,
σαν μπήκαν στο λιμάνι
πνίγηκαν σε βαθιά νερά

Στρωμένο  γιορτινό τραπέζι με  βλέμματα γύρω του αγαπημένα

Φλόγες που ταξιδεύουν τις σκέψεις
δυσκολίες για λίγο που γίνονται καπνός

Οι ώρες μπορεί να μαστιγώνουν αλύπητα,
 μετρώντας τις βουρδουλιές τους

Δεν βρίσκω τίποτε πιο σημαντικό από την μοναδική στιγμή

Με δάκρυα δεν γέμισα ποτέ τις αδυναμίες μου

Με μία γουλιά κρασί, τα κατάφερα πάλι να μεθύσω

Με μουσικές και με φωνές
σαν νάτανε ψες.

Κάποιος πέρασε το χέρι να χτενίσει τα μαλλιά
και τα δάχτυλα του γέμισαν κουτσουλιές.
Ευτυχία, τύχη του φώναξαν

Πόσο απελπισμένος ήμουν,
να μη καταλάβω ότι με πρόλαβε
η ματαιοδοξία μου

Το ουρλιαχτό της νύχτας,
μ’ έβγαλε απ’ τη κρυψώνα μου
να πάψω να λουφάζω

Να γύρναγαν όλα πίσω,
έτσι όπως παλιά θυμάμαι,
να τα ‘παιρνα  απ’ την αρχή


Η κρυψώνα μου στης μοναξιάς τα σκεπάσματα,
γέμισε με αλλοτινά φαντάσματα

Φόρεσα μαντίλι, έδεσα τα μαλλιά,
oι πατούσες σκληρές,
πέτρα που στενάζει απ’ το βάρος

Ζωγράφισα τα σύννεφα,
στήσανε χορό,
μα λείπανε τα τραγούδια τους

Καμία φιγούρα δεν αφήνει τον ίσκιο της να κρατάει επίμονα μια θέση.

Περίεργο μου φαίνεται το φως της μέρας στα χρώματα του δειλινού

Ένα μπουκέτο αγριολούλουδα
λαθρεπιβάτες στο όνειρο
καρδιές  που θα γεννήσουν η θα πεθάνουν

Ανάμεσα σε κύκλους κάθε σταλαγματιάς κρύβεται ένα ειρωνικό  χαμόγελο .

Ο έρωτας χάραξε το τέλος
όταν είχαν αποφασίσει να κόψουν τα μαλλιά τους.
Πόσο κρίμα που τους χάλασε τα κέφια

Θα περιμένω το πρωινό ξύπνημα απ’ τα σπουργίτια που φωλιάζουν στα κάστρα, θα προτιμούσα την δική τους καλημέρα

Τον χρόνο δεν μπορείς να τον ξελογιάσεις, ξέρει αυτός να μετρά .
Εκεί στο δωμάτιο θα συναντήσει την σκιά σου.
Δεν έχεις παρά να παραμερίσεις αθόρυβα 

Η νύχτα  μου χαμογελά κι εγώ παίρνω θάρρος.
Μόνο το ξημέρωμα ας φανεί,
ν’ ακούσω το τραγούδι απ’ τις νεράιδες

Όταν έρθει η ώρα για να εισπράξεις,
δεν μένει παρά ν’ ακολουθήσεις το φεγγαρόφωτο
με συνοδά τ’ αστέρια.

Από τη στιγμή που  μπήκε το φεγγάρι στο δωμάτιο
γίνανε σπάνιες οι συναντήσεις μας

Πάντα ήμουνα απρόσεκτος στις επισκέψεις μου
τ’ ορκίζομαι, δεν είναι απο συνήθεια
 
Πλούσια τ’ αγαθά σου
μ’ αρέσει να κλέβω από τους καρπούς σου
αλλά γίνομαι επιλεκτικός στις προτιμήσεις μου

 Είχα κουβέντες με το κύμα.
Με περιέπαιξε αφρίζοντας με μανία .
Οι σχέσεις μας διακόπηκαν με παρεξήγηση 

Ζωώδη τα ένστικτα του ανθρώπου για εξουσία και κυριαρχία, παραμερίζουν την ηθική και τον λόγο

Στένεψαν τα σοκάκια και οι πόρτες γίνανε μικρά παράθυρα,
Χωρίς ήλιο, με λιγοστό φως, γεννήθηκαν άλλες μέρες

Έπλεξαν σήμερα το εγκώμιο του,
ας κάνουμε ησυχία
να εμβαθύνουμε στον στοχασμό

Μάζεψα τις πέτρες που σημάδεψαν την ατιμία,
τις έκανα προσκέφαλο για φυλαχτό!

Στένεψαν τα σοκάκια και οι πόρτες γίνανε μικρά παράθυρα,
Χωρίς ήλιο, με λιγοστό φως πώς να βρω επιστροφή

Εδώ συναντιέμαι με τα αισθήματα.
Είναι μικρή η απόσταση τους για όσο θα επιμένω
 
Ένα παραθύρι είναι ανάμεσα μας
εσύ βλέπεις τη θάλασσα κι εγώ τις κορφές των δένδρων,
η επικοινωνία μας έχει διαφωνίες

Δεν μ’ ενοχλεί η μοναξιά,
ακούω το βουητό της,
έχει τη φωνή και το  σχήμα θάλασσας

Μέσα στη σιωπή της φύσης
το μυαλό κάνει ταξίδια
 και ο χρόνος το εκμεταλλεύεται

Το μάθατε; Γίναμε μέτοχοι των καναλιών και θα μας μοιράζουν μέρισμα . Το πήρα απόφαση με τόση χαρά που πήρα σήμερα,
από εδώ και πέρα θα μοιράζομαι τη συγκίνηση τους

Τάσος Ορφανίδης