Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

κουβέντες με αγκάθια του Τάσου Ορφανίδη

Καθώς κυλά η ώρα,
έκανα ταίρι με την μαγεία,
να βρω τα καλά κρυμμένα μυστικά,
όσα δεν μοιράζονται
αλλά ζουν μέσα στο σκοτάδι.   

Μιχάλης Ματζαβίνος

Η φύση ξελογιάστρα,
μ' έπνιξε
μ'ένα σμήνος απο μέλισσες

Με ξέβρασε το κύμα,
αγριεμένης θάλασσας,
σε μια παρέα τσούχτρες

Οι ακτίνες του ήλιου,
λάθεψαν με χελιδόνι,
που ξεχάστηκε στην άνοιξη

Η άνοιξη,
μου χαμογέλασε,
με δάκρυα στα μάτια

Τα ντουβάρια,
 χαροπαλεύουν
 στην ασχήμια τους

Η κοινωνία σιδερόφραχτη,
ψάχνει τη περηφάνεια της

Η φύση με μεράκι
στήνει
τα δικά της πανηγύρια

Τα μπουμπούκια αν ανθίσουν,
με χρώματα πλέκουν
τις αντιθέσεις τους

Τα αγριολούλουδα μαράθηκαν,
 πήραν μαζί τους
 τις αντοχές μας

Είναι η στιγμή του κλικ,
αφήστε την χαρά,
να σας επισκεφθεί.

Έχω και για σε μια πόζα,
την καλύτερη,
την ξελογιάστρα πόζα.

Προκλητικό το κάλεσμα,
 μα είναι μόνο,
 ένα κομμάτι κόκκινο πανί

Τα χελιδόνια κουβαλάνε το γέλιο της άνοιξης ,
το κλάμα τους το αφήνουν,
να πάει με τους άστεγους.

Όταν τα χρώματα,
αντιπαλεύουν την ομορφιά τους,
κάδρα φτιάχνουν

Μια γατούλα κι ένας σκύλος
μ’ έβαλαν σε σκέψεις
όταν  συνάντησαν το χάδι μου

Οι γειτονιές,
ξέμειναν από ταυτότητα,
χρειάζονται πλέον διαβατήριο

Τα συναισθήματα έχουν ριζώσει,
μα κάθε τόσο εμφανίζονται
σαν μικρά πολύχρωμα λουλούδια της άνοιξης .

Τα σπίτια του κάποτε
δεν στέκονται όρθια,
ξέμειναν από όνειρα

Το φεγγάρι  βιαστικό
έχει περπατήσει,
αποφεύγοντας το κυνήγι μου

Θα 'θελα,
να σας κοίταζα στα μάτια,
έτσι όπως παλιά θυμάμαι

Να σε πνίξω,
σ' ένα ποτήρι κρασί,
η να χαθώ ;

Ζήλεψα,
να κλέψω με τα μάτια μου,
εκείνο που μου λείπει

Τι να σου κάνει η βροχή,
το γέλιο το έχουμε κρατήσει

Προετοιμάζομαι για το καλοκαίρι
 αλλά ακόμη βρίσκομαι
 στην άνοιξη

Ότι νιώθω για  δικό μου,
 να το μοιράζομαι,
 με όσους μπορώ

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

"πρωινός καφές"


Ο  Μένιος κάθε πρωί είχε το πρόγραμμά του, χωρίς να τον απασχολεί καν η εξέλιξη της μέρας. Θα σηκωνόταν χαλαρά απ' τον καναπέ στο σαλόνι που συνήθιζε να κοιμάται, θα πήγαινε στο μουσουλούκι για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο και  κατούρημα στην τούρκικη τουαλέτα.Το 'χε μαζεμένο όλο το βράδυ μες τα ζόρια του ύπνου. Ένα τέντωμα πάντα απαραίτητο για να πάρει τις ανάσες του και τέλος κάλεσμα στη Ρούλα για τον καφέ, αυτόν τον υπέροχο μερακλίδικο καφέ με ολίγη.

Η Ρούλα είναι η μάνα του, τακτική παρέα σ’ ολους τους καφέδες με το αζημίωτο. Του ‘λεγε πάντα το φλιτζάνι για να μη ξεμείνει από όνειρα.

-Βλέπω μεγάλο μονοπάτι ερμήνευε εκείνη, δαχτυλίδι εδώ, να το, το βλέπεις;
Κι αυτός ξεκαρδιζότανε με τρανταχτά γέλια.
-Α ρε μάνα, με τόσα δαχτυλίδια, πολλά τυχερά χάθηκαν.

Εκείνη όμως συνέχιζε ατάραχη το πρωινό ξύπνημα με ερωτήσεις που την απασχολούσαν αλλά τις άφηνε για τον καφέ.

-Για δες παλικάρι μου τι χόρτο είναι αυτό.
-Ρε μάνα χασίσι έφερες ;
-Τι είναι το χασίσι παιδί μου ;
-Αν καπνίσεις  θα περπατάς στο κάγκελο πάνω.
-Άντε βρε θα τα καταφέρω ;
-Αν τα καταφέρεις θα περπατήσεις και στα καλώδια
-Μα από εκεί θα πέσω!
-Α ρε μάνα, πάλι μου 'φτιαξες τη μέρα!

Τάσος Ορφανίδης ΄

(μικρή παρέμβαση σε κείμενο απο το βιβλίο μου "μικρά πεζά- ένας ευτυχής άνθρωπος" , αφιερωμένο στους μερακλήδες) 

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

"Κουράστηκα"


«Κουράστηκα», μου είπε σήμερα.

Την κοίταξα καλά για να διακρίνω την κούραση, αυτή την περίεργη χλομάδα στα όμορφα μάτια της. Έστρεψα το βλέμμα μου στα χέρια της, να πιάσω το τρέμουλό τους. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο βάθυναν, τα χέρια έχασαν την λεπτότητά τους, τα πόδια σέρνονται και το χαμόγελο λιγόστεψε.

-Τι να κάνω μπορώ και αλλιώς; μου είπε.
Κουράστηκα!
Σ' αφήνω τώρα, πρόσεχε τον εαυτόν σου.
-Προσέχω μάνα, κάνε κουράγιο!

Σηκώθηκε αργά, πήρε το μπαστούνι που ΄χε πάντα δίπλα στον καναπέ της. Έστρεψε για λίγο να δει αν την ακολουθεί το σκυλάκι της και κίνησε αργά για το δωμάτιό της.


-Προσέχω μάνα!



Τάσος Ορφανίδης΄


(από το βιβλίο μου "μικρά πεζά- ένας ευτυχής άνθρωπος " αφιερωμένο σε κάθε μάνα που βιώνει τις αγωνίες των παιδιών της )