Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

"Ένας ευτυχής άνθρωπος στα κάστρα της Σαλονίκης" μικρά πεζά του Τάσου Ορφανίδη

Τάσος Ορφανίδης


"Ένας ευτυχής άνθρωπος
στα κάστρα της Σαλονίκης"



Μικρά πεζά


Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2016






Φωτογραφία εξώφυλλου
και οπισθόφυλλου                  : Αναστάσιος Κ. Ορφανίδης
Φωτογραφίες περιεχομένων  : Κωνσταντίνος Α. Ορφανίδης






ISBN :978-960-93-7937-3

Copyright
                        Αναστάσιος Ορφανίδης
Ελ. Βενιζέλου 23
55438 Θεσσαλονίκη
Τηλ. 6948388347

Αυτοέκδοση    Μάρτιος 2016


Απαγορεύεται η αναδημοσίευση και η αναπαραγωγή μέρους ή όλου του κειμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση, καθώς και η χρησιμοποίηση των φωτογραφιών.







"Ένας ευτυχής άνθρωπος
στα κάστρα της Σαλονίκης"





                                               

Ο Τάσος Ορφανίδης γεννήθηκε το 1952 στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε σε διάφορες τράπεζες της πόλης, ενώ του άρεσε να γράφει κείμενα και ποιήματα για να αποσυμπιέζεται από την ένταση της δουλειάς.
Τα δημιουργήματα αυτά χρονολογούνται από τον Απρίλη του 2014 μέχρι σήμερα. Περίοδος καθοριστική για τον ίδιο, δημιουργική αλλά και με πολλές περιπέτειες .Την ίδια περίοδο έγραψε ποιήματα που τα εξέδωσε το 2015 με τον τίτλο «Τσακισμένες Σελίδες». Παράλληλα έγραψε το μυθιστόρημα "Αν γνώριζα, παιδί μου", το οποίο εξέδωσε στις αρχές του 2016. Αναφέρεται στη ζωή των ανθρώπων μέσα και γύρω από την περιοχή των ορυχείων της Δυτικής Μακεδονίας.

Λάτρης του βουνού ο ίδιος, ανέβηκε σε αρκετές κορυφές κι έχει γράψει οδοιπορικά που τα φιλοξενεί στα blogs του.

Είναι διαχειριστής των παρακάτω:
http://pareaeptapyrgiou.blogspot.gr/           





Τάσος Ορφανίδης



"Ένας ευτυχής άνθρωπος
στα κάστρα της Σαλονίκης"







«Στην οικογένειά μου»














Περιεχόμενα











Σαν Πρόλογος

Το ταξίδι μου είναι μακρύ κι εχει πολλές μικρές ιστορίες, οι περισσότερες φανταστικές. Κάποιες απ’ αυτές αγγίζουν τα βήματά μου σε θύμισες παλιές.
Συνταξιδιώτες μου εσείς στο ίδιο λεωφορείο θα βρείτε στάσεις πολλές, αν θέλετε να κατεβείτε. Αν όμως σας αρέσει το ταξίδι αυτό μαζί μου, αφήστε τη φαντασία σας να μπλέξει με τις μνήμες και τα όνειρά μου.









"Στα κάστρα της Σαλονίκης "


Στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων, ο παππούς μου Αναστάσης είχε το μαγαζάκι του δίπλα στην εκκλησία. Πρόσφυγας από τη Σμύρνη, συναντήθηκε εδώ στη Σαλονίκη με τη γιαγιά μου Εριφύλη, που ήρθε από το Μάλτεπε της Πόλης και στήσανε την οικογένειά τους. Από τα τέσσερα παιδιά τους, τα δύο χάθηκαν σε μικρή ηλικία, χτυπημένα από τις αρρώστιες της εποχής. Δύσκολα χρόνια. Ο μικρότερος, ο Στέλιος έφυγε σε ηλικία 63 ετών. Σήμερα ζει ο πατέρας μου Κωνσταντίνος, 89 ετών.

Αναπολώ και φέρνω πίσω εκείνα τα χρόνια, που κάθε βράδυ πηγαίναμε στο μαγαζάκι του παππού μου για να τον βοηθήσουμε να μαζέψει την πραμάτεια του, που είχε απλωμένη μέχρι το πεζοδρόμιο. Ειδικότερα το καλοκαίρι με τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα σταφύλια και κάθε λογής μαναβική. Το ψιλικατζίδικό του ήταν ένα μικρό παντοπωλείο, τα πάντα έβρισκες. Όταν τελειώναμε, περιμέναμε να του ανοίξει η ψυχή να μας δώσει το χωνάκι παγωτό, σαν αποζημίωση του κόπου μας. Όταν ήταν στο μαγαζί η γιαγιά ή ο θείος Στέλιος είχαμε μεγαλύτερη δόση, ήταν χουβαρδάδες. Ο παππούς ήταν ένας καλός τσιγγούνης που τον αγαπούσα πολύ. Θυμάμαι, όταν θύμωνα μαζί του, περνούσα από το απέναντι πεζοδρόμιο για να αποφύγω να τον χαιρετήσω. Καμώματα, αλλά το πλήρωνα μετά το γενάτι μου, πήγαινε το βράδυ να τον βοηθήσει ο μεγάλος μου αδελφός κι εγώ έχανα το δώρο μου.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια, δεν ξεχνιούνται, επανέρχονται στη θύμηση με όμορφες αναμνήσεις, παιδικές, όπως τις σκηνοθετήσαμε στο μυαλό μας για να μη μας φύγουν.
Πάντα τις μέρες των γιορτών, η μάνα μας έδινε εντολή αμετάκλητη, να πάμε στους παππούδες να τους ευχηθούμε, να πούμε τα κάλαντα. Εγώ βέβαια απ’ όλα αυτά ήθελα περισσότερο το κανταΐφι της γιαγιάς.

Το Δημοτικό Σχολείο απέναντι από το σπίτι, το μαγαζάκι του παππού δίπλα στην εκκλησιά, το κουρείο του πατέρα μου μπροστά στην πλατεία, όλα δικά μας. Τι εγωισμός! Κι όμως θεωρούσα την πλατεία κτήμα μου, την αγαπούσα και τη αγαπώ.
Στις διακοπές ή όταν τέλειωνε το διάβασμα τις καθημερινές, τρέχαμε στη Γεωργίτσα στο Γεντί Κουλέ, άλλοτε παίζαμε στη γειτονιά δίπλα στο σπίτι ή σκαρφαλώναμε στο βουνό του Σέιχ Σου.

Πόδια χτυπημένα, ρούχα σκισμένα, μπαλωμένα, καταϊδρωμένοι αλλά ευτυχισμένοι. Δύο πέτρες ήταν η εστία είτε παίζαμε μονότερμα είτε με δύο εστίες, είχαμε γήπεδο. Εγώ δεν περηφανεύομαι για το ποδοσφαιρικό μου ταλέντο, αλλά ήμουν ευκίνητος και τα κατάφερνα. Νομίζω ήμασταν πάντα οι χαμένοι. Υπήρξαν ταλέντα ποδοσφαιρικά, «όλη μέρα μπάλα και Άγιος ο Θεός».

Κι όμως, ήταν ωραία τα χρόνια, ο μεγάλος μου αδελφός Μανώλης, πήρε το όνομα του αδελφού του πατέρα μου που χάθηκε μικρός, όλο έτρωγε τιμωρίες για τις κλασσικές κοπάνες, εγώ για τις καθημερινές ζημιές. Η αδελφή μου η μικρότερη, η Ευαγγελία, έχει το όνομα της γιαγιάς, μάνας της μάνας μου, την γλύτωνε. Ο τέταρτος αδελφός ο Γιώργος, πήρε το όνομα του παππού, πατέρα της μάνας μου, ήρθε μετά από 15 χρόνια, μεγάλωσε σε άλλη εποχή.

Ο Μανώλης όλη μέρα με τα όργανα, από χειροποίητες κατασκευές βαρών. Εγώ δεν ενδιαφερόμουν γι αυτά, περισσότερο μου άρεζε να την κοπανώ στο βουνό, να έχω συντροφιά τον σκύλο και βόλτα στις βάθρες. Δεν υπήρχε φόβος τότε παρά τη φήμη για τον δράκο του Σέιχ Σου. Φόβος και τρόμος για τις μάνες, τηλεόραση δεν υπήρχε, μαζευόντουσαν τα βράδια πότε στο ένα σπίτι πότε στο άλλο. Οι ιστορίες ανακυκλώνονταν περί του θέματος που τις τρομοκρατούσε. Οι άντρες τότε, μετά τη δουλειά, είχαν να περάσουν από την ταβέρνα ή το καφενείο και μετά στο σπίτι. Τρικούβερτοι καβγάδες σε κάθε σπίτι, ανάλογα με τη μεθυστική διάθεση του κύρη.

Η αγάπη του πατέρα μου για τα πουλιά αντέχει μέχρι σήμερα, περιστέρια και καναρίνια. Όσο και αν η μνήμη του δεν τον βοηθά κάνει εξαιρέσεις για τα πουλιά του. Εκεί όλα πάνε ρολόι. Στα οικονομικά και στα πουλιά είναι αξεπέραστος, μέχρι και σήμερα αντιμάχεται τα γηρατειά. Πάντα με το χιούμορ αντιμετώπιζε τη ζωή, με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και τα γεράματά του, ενώ διασκεδάζει με τις ανησυχίες της μάνας, τεντώνοντας τα νεύρα της.

Σήμερα μπορώ να σας εξομολογηθώ ότι, είμαι τυχερός που γεννήθηκα στην πόλη μου, που μεγάλωσα στη γειτονιά μου κι έφτιαξα την οικογένειά μου εδώ, στον τόπο αυτό, στο Γεντί Κουλέ, στα κάστρα της Σαλονίκης.

Το φημισμένο Γεντί Κουλέ, όπου κρύβονται χιλιάδες πόνοι και δράματα που διαδραματίστηκαν την περίοδο που χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακή ποινικών και πολιτικών κρατουμένων. Εκεί όπου η αδικία έσπειρε τη θλίψη και την απόγνωση, εκεί όπου οι ρουφιάνοι και οι δοσίλογοι είχαν τον πρώτο λόγο κι έπαιρναν τη ζωή των πολιτικών αντιπάλων τους σαν να ‘τανε ένα τίποτα. Σήμερα φιλοξενούνται Αρχαιολογικές Υπηρεσίες και λειτουργεί σαν μουσείο. Τον περιβάλλοντα χώρο επισκέπτονται φίλοι με τα ζώα τους, τουρίστες και περαστικοί.


«Όλα μια πλατεία»




Τις περισσότερες φορές παίρνω στα χέρια μου το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες και αφήνω τα συναισθήματα να με γεμίζουν με ζεστές αναμνήσεις.

Αυτή τη φορά έπεσαν στα χέρια μου φωτογραφίες από τη γειτονιά μου, την πλατεία των Αγίων Αναργύρων στο Επταπύργιο.

Εκεί είχε ο πατέρας μου το κουρείο του, δίπλα ήταν το κρεοπωλείο του Καλαμπάκα και το μαγαζί με τα ηλεκτρικά του Καραμήτσου, παραδίπλα ο υδραυλικός ο Πέτρος και το προποτζίδικου του Ναπολέοντα.
Από την άλλη μεριά, η ταβέρνα του Γκαρίπη και το ζαχαροπλαστείο της Ανάστως. Πιο πέρα, λίγο έξω από την πλατεία, η ταβέρνα του Σαΐτη και παρακάτω ο κινηματογράφος, που έγινε όπως όλα σούπερ μάρκετ.

Από την απέναντι μεριά το γαλακτοζαχαροπλαστείο Τζεβελέκη με το καθαριστήριο του Ευαγγέλου, ενώ παραδίπλα το τσαγκαράδικο του Μελίδη και το πουκαμισάδικο του Ούτσογλου, που αργότερα τη θέση τους πήρε το καφενείο του Βουλγαρίδη.

Παρακάτω υπήρχε το μανάβικο του Κλειδαρά, που αργότερα έγινε παπουτσάδικο του Μαρκόνη και το τσαγκαράδικο του κυρ Άγγελου, ενώ κολλητά ήταν το ψιλικατζίδικο της κυρά Πολυξένης, δίπλα το καφενείο του Σίμου και το κουρείο του Χάρη.

Απέναντι, το πολυπαντοπωλείο του παππού μου του Αναστάση, δίπλα στην εκκλησία και κολλητά το σχολείο.

Ίσως μπερδεύω τις περιόδους για τον καθένα, γιατί κατά καιρούς άλλαζαν οι χρήσεις των καταστημάτων και όσο πλησιάζουμε στο σήμερα ακόμη χειρότερα. Έχουν ήδη αρχίσει κάποια μαγαζιά έξω από την πλατεία να παραμένουν κενά.

Μια πλατεία με τρία πλατάνια και φοβερό ίσκιο. Από εκεί περνούσε το λεωφορείο για την πόλη, όπου έκανε στάση. Δίπλα στη στάση, το περίπτερο του κυρ Στέλιου.

Οι συνθήκες αλλάζουν, το καφενείο του Βουλγαρίδη έγινε ΚΑΠΗ, το κρεοπωλείο κουρείο, ενώ το κουρείο του πατέρα μου ραφείο, το μαγαζί των ηλεκτρικών άλλαξε σε μπουγάτσα, η ταβέρνα του Γκαρίπη σε ψητοπωλείο και ζαχαροπλαστείο που στήσανε ο Κοσμάς και ο Χρήστος, παδιά της Ανάστως, το καθαριστήριο σε φωτογραφείο, που αργότερα έγινε ειδικής διατροφής και πρατήριο άρτου, το ψιλικατζίδικο άλλαξε χέρια, το καφενείο του Σίμου έγινε καφέ και το κουρείο έκλεισε.

Το μαγαζί του παππού κατέβασε στόρια μετά θάνατον, η εκκλησία απλώθηκε και το σχολείο έμεινε, όπως το θυμάμαι αρχικά, με άλλα χρώματα σήμερα, μοντέρνας βαφής, για άλλους καλαίσθητο και για άλλους κιτς.

Όλα αυτά ξεκίνησαν από κάποιες φωτογραφίες με εικονιζόμενους τους μαγαζάτορες της εποχής, σε κλίμα αγάπης φιλίας και αλληλεγγύης.

Από παιδί έχω την εικόνα του πατέρα, ωραίος, να χαϊδεύει το μουστάκι του, να έχει πηγαίο χιούμορ και να μη του ξεφεύγει κανένα νέο από τη γειτονιά. Μέλος των προεστών της, μαζί με τον μπακάλη, τον φούρναρη, τον χασάπη, τον μανάβη, τον περιπτερά, τον ταβερνιάρη, είχαν λόγο για τα πάντα στην γειτονιά. Ναι, τη γειτονιά. Τότε υπήρχε γειτονιά, την χαιρόμασταν, μεγαλώσαμε στις αλάνες του Επταπυργίου και στις κορφές του Σέιχ Σου.

Τι να πω για εκείνο το ξυράφι, ήταν καλλιτέχνης. Όχι μόνο, είχε και το φάρμακο για τον "τριχοφάγο", μυστική συνταγή από τον θείο του. Ουρές για τη θεραπεία. Εκείνα τα χρόνια οι κουρείς πουλούσαν μούρη, ξέρανε τα πάντα.

Οι μικροδιαφορές υπήρχαν, μη ξεχνάμε ότι τα πολιτικά φρονήματα του καθενός καθόριζαν τις σχέσεις. Αυτοί ήξεραν μεταξύ τους, γνώριζαν ακόμη και ποιους πλεύριζε ο μυστικός στη γειτονιά, για πληροφορίες την εποχή της χούντας ή τα οικογενειακά τους και τα οικονομικά τους. Η καθημερινότητά τους ντυνότανε με τα μυστικά των άλλων. Όλα όμως μπαίνανε σε σειρά όταν ήταν η ώρα του καφέ. Αργότερα έβγαινε στα γρήγορα τσίπουρο, με μεζέ ελιά και ντομάτα ίσως και καμιά αντσούγια για να δένει καλύτερα.

Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν πεθάνει. Τα μαγαζιά τους έμειναν σε φωτογραφίες, να θυμίζουν ότι κάποτε έφτιαχναν την αγορά της πλατείας.

Ο πατέρας μου πλησιάζει τα 90. Όταν του δείχνω τις φωτογραφίες ένα δάκρυ κυλά στο πρόσωπο. Ίσως νιώθει ανήμπορος να θυμηθεί ή θυμάται με συγκίνηση, αντικρίζοντας τα νιάτα τους που έφυγαν, άλλων σκόρπια στον άνεμο και άλλων σε σταθερή πορεία.

 Όμορφα χρόνια, δύσκολα, αλλά είχαν αυτή την απλότητα στην καθημερινότητά τους, που σήμερα φαντάζει μακρινό όνειρο.


Υ.Γ. Συμπαθάτε με, αν ξέχασα κάποιον είναι αυτή η ρημάδα η μνήμη, βασική αιτία.





«Δόμνα, η ταβέρνα θρύλος στον Άγιο Παύλο της Θεσσαλονίκης»


Πίσω απ’ τα Πανεπιστήμια, στην περιοχή της Πάνω Πόλης στον Άγιο Παύλο, από το 1943 λειτουργούσε μια ταβέρνα, αρχικά με το όνομα «Ρεματάκι», που αργότερα το 1952, μετονομάστηκε σε «Δόμνα». Έφερε το όνομα της μάνας του ιδιοκτήτη Τάκη Νικολαΐδη, που έφυγε νέα.

Ήταν δίπλα στο σπίτι μου, το πατρικό από τη μεριά της μάνας μου. Το πατρικό του πατέρα μου ήταν στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων. Εκεί μπροστά έπαιζα με τον Χρήστο και τον Κώστα, τους γιούς του ιδιοκτήτη. Εκεί δούλεψε ένα φεγγάρι σερβιτόρος ο πατέρας μου, για να συμπληρώσει το μεροκάματο. Κάθε βράδυ, μετά το κουρείο, περνούσε για μια ρετσίνα απ΄ τη Δόμνα και μετά στο σπίτι. Δίπλα ήταν το μπακάλικο, εκεί έμαθα τι σημαίνει πίστωση με το τεφτέρι. Ορνιθοσκαλίσματα, που μόνο ο μπακάλης τα έβγαζε, αλλά τίμιες δουλειές, δεν υπήρχε παράπονο.
Ο Τάκης για την εποχή του ήταν πολύ ψηλός. Μου έλεγε ο πατέρας μου ότι όταν πήγε στον στρατό δεν του έβρισκαν αρβύλες στο νούμερό του για να φορέσει. Τίμιος άνθρωπος, με αριστερές ιδέες, πεπεισμένος για το δίκαιο έδινε τον δικό του αγώνα. Αγαπητός στη νεολαία, το μαγαζί του έγινε στέκι φοιτητικό αλλά όχι μόνο. Μαζεύονταν την εποχή της χούντας για ν’ακούσουν Θεοδωράκη και ό,τι άλλο απαγορευμένο υπήρχε. Κυνηγημένος για τις ιδέες του. Του την είχαν στημένη, αλλά αυτός δεν χαμπάριαζε. Όλοι πέρασαν απ’ εκεί, επώνυμοι και ανώνυμοι.

Η φοιτητική περίοδος έφερε πολλούς επώνυμους στο κατώφλι του όταν υπήρξαν φοιτητές. Αργότερα κανείς δεν ξεχνούσε την ταβέρνα «Δόμνα» και τον Τάκη τον ψηλό. Η ρετσίνα του κεχριμπαρένια, από βαρέλια που τα είχε στο βάθος του μαγαζιού στα βράχια, όπου έρεε πηγή. Γι’ αυτό ήταν η καλύτερη ρετσίνα.
Όταν τα χρόνια πλέον βάραιναν στους ώμους, αυτός κάθε μέρα, αν και η ταβέρνα ήταν κλειστή, καθόταν εκεί για μια καλημέρα και το καλαμπούρι.

Μετά το μεγάλο του ταξίδι, κάθε Τρίτη ο γιός του ο Κώστας το ανοίγει για τους φίλους του πατέρα του.

Φίλοι του δεν ήταν μόνο οι συνομήλικοι του, αλλά κάθε νέος που πέρασε τα φοιτητικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη κι έγινε θαμώνας της «Δόμνας».

Οι προσωπικότητες σήμερα πολλές που διάβηκαν το κατώφλι του, δοκίμασαν τη ρετσίνα του και κάνανε πλάκα μαζί του. Προσωπικότητα ήταν και ο ίδιος ο Τάκης Νικολαΐδης. Όσοι μαζεύονταν στο στέκι του παίρνανε απ' το φως του.


«Νίκος Πλασταράς, ο γεροντόμαγκας της Σαλονίκης»



Θέλησα να γράψω για τον γείτονα μου, παλιό ρεμπέτη Νίκο Πλασταρά. Η φίλη μου αρχόντισσα Πελαγία, μου έδωσε ένα αφιέρωμα του Θωμά Κοροβίνη στο περιοδικό "Λαϊκό Τραγούδι", που είχε διαβάσει το 2006. Θησαυρός, εκεί ο Θωμάς κατέγραψε όλη τη ζωή του Πλασταρά, όταν άνοιξε αυτός διάπλατα πόρτες και παράθυρα, με λόγια δικά του. Μια ολόκληρη ζωή τραγούδι, ξενύχτι, περιπέτεια, γνωριμίες με πολλούς ρεμπέτες και λαϊκούς τραγουδιστές, συνθέτες, μουσικούς, μαγαζάτορες της νύχτας , αλάνια του περιθωρίου και άλλους. Ήταν ένας γεροντόμαγκας γράφει σε ένα σημείωμά της η Πελαγία. Φίλος του Τάκη Μπίνη, του Γιώργου Λαύκα και της Σωτηρίας Μπέλλου.

Πέθανε στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης, στον τόπο που γεννήθηκε, τον Σεπτέμβρη του 2015, σε ηλικία 82 ετών. Τελευταία φορά που τον αντίκρισα ήταν στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων, να περπατά αργά, σκεφτικός, είχαν βαρύνει οι ώμοι του απ’ τα δύσκολα χρόνια πάνω του. Κοινωνικός, φίλος με όλους, τον θυμάμαι να πιάνει κουβέντα με τον καθένα που τον πλησίαζε, φιλόξενος άνθρωπος, μεγάλη καρδιά.

Μια προσφυγική παράγκα το πατρικό του ήταν το μαγαζί του αρχικά, στα κάστρα κοντά στον πύργο Τριγωνίου, στη συμβολή της οδού Κύπρου και ενός ανώνυμου, δρομάκι που αργότερα φρόντισε να ονομαστεί οδός Τσιτσάνη.

«Άνοιξα αυτό το μαγαζί που κρατάω μέχρι σήμερα. Ήτανε μια προσφυγική παράγκα, το πατρικό μου. Είχε ερειπώσει. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Μόλις έπεφτε ο ήλιος ήταν χειρότερα και από το τελευταίο χωριό», λέει στη συνέντευξη που έδωσε στον Θωμά Κοροβίνη. «Μας κατέβαζε ο κυρ-Κώστας γάλα με τα γκιούμια από το Ασβεστοχώρι. Συγκοινωνία, επικοινωνία, τίποτε. Καπνεργάτες σερί κατεβαίνανε με τα τσουβάλια στα πόδια απ’ την παγωνιά. Ο Τσαουσάκης ήταν γείτονας μας στην Άνω Πόλη, φτωχόπαιδο, τον ζήσαμε από κοντά, όσοι τον προλάβαμε. Ο πρώτος μπαγλαμάς που έκανε ο Πρόδρομος ήταν από κέλυφος χελώνας. Δύσκολη ήταν η ζωή μας στα Κάστρα.

Ο Χριστιανόπουλος που έζησε την τελευταία δεκαετία εδώ ψηλά, λίγο πιο κάτω, στη Δημητρίου Πολιορκητού, όπου κατοικούσε, την ονόμασε «Γολγοθά». Μόνο καυσαέριο και υγρασία δεν έχουμε εδώ πάνω, έχει κλίμα καλό. Την γκρέμισα την παλιοπαράγκα και έχτισα την ταβέρνα, που την ονόμασα απ’ την αρχή «ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΑΡΑ». Εκείνη την εποχή παρόλο που είχαν εμφανιστεί οι ρεμπέτικες κομπανίες λέγαμε τραγούδια εντελώς άγνωστα, του Τσιτσάνη ή του Τσαουσάκη».

Ο Νίκος Πλασταράς με το καπηλειό του και τα τραγούδια του, ο Τάκης Νικολαΐδης που ‘ χε τη «Δόμνα», ο Τζότζος Καφετζίδης της ομώνυμης ταβέρνας και η ταβέρνα «το Μακεδονικό» είναι αυτοί που η ιστορία του καθενός ξεχωριστά, σε κοινές περιόδους περίπου, παραμένουν διαχρονικά δεμένες στο διάβα τους και φέρνουν μνήμες από το Γεντί Κουλέ.


Χειρόγραφο του Νίκου Πλασταρά από το αρχείο της Πελαγίας Κουκίδου ,

 το τραγούδι  «Βρε μάγκα σπάσε» , στίχοι Τσάκαλος Γεράσιμος.

 

 



"Ακριβό στολίδι"

"Απ' ότι θυμάμαι"




Ο καθρέφτης έδειχνε την ομορφιά της, δεν είχε ψευδαισθήσεις. Καθισμένη στο σκαμπό, στριφογύριζε εκμεταλλευόμενη την εικόνα της, έπαιζε με τους πλευρικούς καθρέφτες για να μην αφήσει καμία εκκρεμότητα πάνω της. Η νυχτικιά της ήταν μεταξωτή, από τα ακριβότερα μαγαζιά αγορασμένη. Η τουαλέτα της φορτωμένη με αρώματα κάθε λογής, από κάθε τόπο, τα ακριβότερα, αγορασμένα ή σταλμένα απευθείας από οίκους περιωπής. Η μπιζουτιέρα της είχε κοσμήματα β’ διαλογής, της καθημερινότητας. Τα άλλα που φορούσε σε στιγμές ξεχωριστές, τα είχε καλά κρυμμένα.

Η έξοδός της από το σπίτι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Ξεχωριστά φορέματα, ακριβά, η ντουλάπα της ήταν το πλουσιότερο σημείο του σπιτιού. Η κάθε μέρα ήταν διαφορετική μέρα, άλλο ντύσιμο ακόμη και για τα ψώνια της γειτονιάς, αν και τα απόφευγε, συνήθως της τα παρέδιδαν στο σπίτι. Το περπάτημα της ξεχωριστό, με γυναικεία χάρη.Οι κινήσεις της προσεγμένες, είχαν μια αφηρημάδα, αλλά για να τραβούν την προσοχή. Τα βλέμματα των αντρών έπεφταν βροχή πάνω της, αλλά τα προσπερνούσε αδιάφορα, δεν πάτησε το στεφάνι της, κοκέτα ήταν.

Της άρεζε να είναι όμορφη. Ακόμη και στα βαθιά της γερατειά δεν έβγαινε έξω, αν δεν περιποιόταν την εμφάνισή της. Ευγενική, με το χαμόγελο πάντα, αλλά σοβαρή, προσεγμένη στο ντύσιμο, γυναίκα με τα όλα της.

Πώς να ξεχάσεις μια τέτοια γυναίκα που η σημασία της λέξης ήταν πάνω της. Ακριβό στολίδι!

*****



"Η τελευταία του ευχή"

"Της πίκρας το καμάρι ήταν η ζωή"




Τα πόδια του τρέκλιζαν, καθώς χτυπούσε παράφωνα πέρα δόθε το μπαστούνι. Το καλντερίμι του τρυπούσε τα γόνατα, κάθε φορά που έπεφτε και πάλι σηκωνότανε απ’ την αρχή. Το καπέλο στραβά, η γραβάτα δεμένη ανάποδα, το σακάκι στον ώμο και το κομπολόι να σέρνεται άτσαλα στη γη.

Παραπατούσε κι έλεγε "της πίκρας του καμάρι ήταν η ζωή", αυτήν μοιρολογούσε κλαίγοντας και σιγοτραγουδώντας. Ένας κορμός δένδρου ήταν αρκετός για λίγα λεπτά ξεκούραση, το φως στο παραθύρι αχνόφεγγε για να του δείχνει τον δρόμο, να μην τον μπερδέψει.
Το φεγγάρι σήμερα ήταν διαφορετικό, λες και κρυβότανε από ντροπή. Αυτός όμως δεν πτοούταν με τίποτε, πήρε ξανά τη στράτα για να βγάλει την ανηφόρα, κάπου εκεί πιο πέρα θα ξαπόσταινε.

Η ρακί σήμερα ήταν καλή φίλη. Τον γλυκοκοίταζε και του μιλούσε κι αυτός την χάιδευε, κοιτώντας το βάθος του ποτηριού με τη δική του λατρεία. Δεν το ‘παιρνε το βλέμμα του απ’ εκεί, μια αυτός μια αυτή. Παρεάκι ήταν, δεν του χαλούσε χατίρι.

Η πόρτα άνοιξε, η γάτα πετάχτηκε έξω καταπάνω του τρομαγμένη, όσο κι αυτός. Δεν του άρεσαν τα χάδια, είχε για καιρό να νιώσει χάδι πάνω του κι αυτός ν’ανταποδώσει. Η κυρά του αποφάσισε να τον αφήσει βιαστικά για το μακρινό ταξίδι κι αυτός έπνιξε την πίκρα της μοναξιάς μες το βαθύ ποτήρι.

Κίνησε να πιάσει το πεζούλι, το χέρι του έχασε τη σταθερότητα που 'χε. Έπιασε ένα λουλούδι, κρατήθηκε απ'εκεί όσο είχε τη δύναμη για να κρατηθεί. Αλληλοκοιτάχθηκαν με ξαφνιασμό, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, προσπάθησε να σηκωθεί για να το μυρίσει και τον πήρε η κατρακύλα.

Ήταν η τελευταία του ευχή.

*****



"Κουράστηκα"

«Κουράστηκα», μου είπε σήμερα.

Την κοίταξα καλά για να διακρίνω την κούραση, αυτή την περίεργη χλομάδα στα όμορφα μάτια της. Έστρεψα το βλέμμα μου στα χέρια της, να πιάσω το τρέμουλό τους. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο βάθυναν, τα χέρια έχασαν την λεπτότητά τους, τα πόδια σέρνονται και το χαμόγελο λιγόστεψε.

-Τι να κάνω μπορώ και αλλιώς; μου είπε.
Κουράστηκα!
Σ' αφήνω τώρα, πρόσεχε τον εαυτόν σου.
-Προσέχω μάνα, κάνε κουράγιο!

Σηκώθηκε αργά, πήρε το μπαστούνι που ΄χε πάντα δίπλα στον καναπέ της. Έστρεψε για λίγο να δει αν την ακολουθεί το σκυλάκι της και κίνησε αργά για το δωμάτιό της.

-Προσέχω μάνα!


"Μια μάνα σαν τις άλλες»

Η μάνα με τα μανίκια σηκωμένα, την αδελφή μου κι εμένα στο χέρια και ο μεγάλος να της κρατάει την άκρη από το μακρύ φουστάνι της, είναι η εικόνα που έχω φυλαγμένη βαθιά μέσα μου. Αλλάζει πολλές φορές όταν άλλες σκηνές με ζαβολιές και αταξίες τσακίζουν τα νεύρα της μάνας κι εκείνη πιάνει την παντόφλα, ενώ η φωνή γίνεται κραυγή με τ’ όνομά μας .

Η σκάφη πάντα εκεί στις σκάλες, στην είσοδο της αυλής, έτοιμη κάθε μέρα με το βραστό νερό που είχε στη φωτιά με το καζάνι. Σταθερή εικόνα της να πλένει συνέχεια, λες και τα ρούχα αυτά δεν είχαν σταματημό. Η προμήθεια με το νερό γινότανε από τη βρύση της γειτονιάς, δεν είχε έρθει ακόμη στις αυλές και πιάναμε σειρά απ’ τ’ άγρια χαράματα για να το φέρουμε στο σπίτι.

Αγουροξυπνημένοι, η δόση της κουταλιάς με το μουρουνέλαιο, το σάντουιτς για το σχολείο, ενώ πριν φύγουμε βάζαμε τα γκιούμια και τους κουβάδες στη βρύση για το νερό. Ο πατέρας πριν φύγει για τη δουλειά φρόντιζε να κουβαλήσει αυτά που γέμισαν, η μπουγάδα ήταν στο ημερήσιο πρόγραμμα, ενώ το φαγητό είχε μπει ήδη στην κατσαρόλα.

Έτσι θυμάμαι το ημερήσιο πρόγραμμα της μάνας, στην καθημερινότητά μας. Ακούραστη, δυναμική και πάντα όμορφη. Πώς τα κάταφερνε να έχει αυτή τη φρεσκάδα, έτσι φαινόταν στα μάτια μου, αλλά και τώρα που τη βλέπω, την καμαρώνω για την ομορφάδα της. Οι ρυτίδες έσκαψαν το πρόσωπό της, αλλά έχει μια λάμψη που της προσθέτει ομορφιά.

Πέρασε δύσκολα χρόνια, πονεμένα, ορφανή από παιδί, με έναν αδελφό μικρότερο και τον άντρα της τον έκανε σύζυγο στα 19 της, αλλά τον αγαπούσε απ’ τα 15. Δουλευτής ακούραστος δεν της στέρησε τίποτε, της έδωσε αγάπη, του γέννησε τέσσερα παιδιά κι αυτοί μέχρι σήμερα συνεχίζουν μαζί και αγαπημένοι. Το τέταρτο παιδί ήρθε στα 35 της, τότε λέγανε ότι το γέννησε αργά.

Δεν της άρεσε να γυροφέρνει στα σπίτια της γειτονιάς, βλέπεις ήταν και η ανάγκη του νοικοκυριού. Κρατούσε μια απόσταση, λες και μ'αυτό τον τρόπο προστάτευε το σπιτικό της.
Μπορεί να είχε δίκαιο.



«Κοντά 90 χρόνια»




Τα 90 χρόνια είναι κοντά, κουβαλάνε βαρίδια στο σώμα και το μυαλό χάνει κάποιες στιγμές που πλησιάζουν και δεν τις αναγνωρίζει. Κάθε φορά η ψυχή διαψεύδει και δεν λέει να τα παρατήσει. Δίνει τον δικό της αγώνα ενάντια στα χρόνια που κύλησαν, αλλά δεν τους πρόδωσαν.

Μικρές γουλιές από τσίπουρο και το άκουσμα της πρώτης πενιάς στο μπουζούκι, ξύπνησαν τα νιάτα, ανέβηκε η διάθεση. Το να σηκωθούν απ’ την καρέκλα και να ρίξουν τη γυροβολιά ήταν απλή λεπτομέρεια. Τα χέρια ζευγαρώνουν, το δάκρυ κυλάει διακριτικά, τα πόδια όμως δεν χάνουν βήμα. Λίγο ακόμα, αντέχουν και στον επόμενο γύρο, μάλλον δεν τους πέρασε καθόλου απ' το μυαλό η αμφιβολία.

Η συγκίνηση στο φόρτε της, αλλά τα μάτια να λάμπουν γιατί η θύμηση έχει δύναμη και τα χρόνια, όσο βαριά κι αν είναι στους ώμους, δεν μπορούν να τα θολώσουν. Όσες φορές αναγκάστηκαν σε δοκιμασία, τα κατάφεραν, γιατί όχι και τώρα. Η αγκαλιά είναι σφιχτή, κρατά ο ένας τον άλλον γερά, δεν τον αφήνει να πέσει.

«Βαριά κληρονομιά», σκέφθηκα κι έκρυψα το πρόσωπο στα χέρια, για να μη φανεί το δάκρυ που άρχισε να με προδίδει.

*****





"Το καδί και η ρακή"

Αυτό το καδί το θυμάμαι, είναι από τότε που το κουβάλησε ο πατέρας. Ξεχάστηκε μαζί με αυτόν, το χούι τον έφαγε. Αυτό το πιοτί δεν το ‘βαζε κάτω, τα κοπανούσε κι αυτό του το ανταπέδιδε. Ένα εσύ, δύο εγώ, τέτοιος συναγωνισμός. Μόλις άδειαζε το ποτήρι, το γύρναγε απ' την ανάποδη, μέχρι που εκείνο τον παρακινούσε σαν γυναίκα ξεμυαλίστρα.

Ο χρόνος αμείλικτος για τους δύο.Το καδί έμεινε σαβούρα στην αποθήκη να μου κόβει τον δρόμο κι εκείνος ήταν χωμένος στη μάχη με το χτικιό.Πού θα πάει, θα βγει, όπως βγήκε κι από τη ρακή. Κι εγώ πού να ξαποστάσω, ακουμπώ πάνω του νοσταλγικά.Μου θυμίζει τις καλές μέρες, το καδί γεμάτο κι η κάνουλα ανοιχτή!

Ο μεζές ξεχωριστός, πλάνευε τη διάθεση, ειδικότητα της μάνας. Σκουμπρί, λιαστό χταπόδι, λακέρδα, τζατζίκι με λίγο σκόρδο, τόσο για τη γεύση, ν' ανασταίνει τους νεκρούς. Ο γαύρος μαρινάτος, ξεχωριστός μεζές ψαρεμένος με τη δική του βάρκα. Αραγμένη τώρα στον γιαλό, να την τρώει η αλμύρα και να στήνει νυχτερινές κουβέντες με τ' άστρα και το φεγγάρι.

Δεν είναι του θυμού λόγια, αλλά να, η ανημποριά φέρνει το μαράζι κι αυτό στρογγυλοκάθεται και δεν λέει να φύγει.

Ακουμπισμένος στα χέρια, με το πρόσωπο κρυμμένο μέσα στα δάκρυα να μουσκεύουν το είναι του, πληγωμένο απ' το σαράκι. Κι όταν απ' ώρα ανασήκωνε το κεφάλι κατακόκκινο, προσπαθούσε να κρύψει την αδράνεια στο χαμόγελό του.

Ας ήταν το καδί εκεί, εγώ εδώ κι εκείνος παραπέρα να χάσκει στα ταξίδια του κι ας ήταν μακρινά φυλαγμένα και μπερδεμένα στο μυαλό του.

Η προσπάθειά του ζωγραφίζοταν με το χαμόγελό του και τα θολωμένα μάτια του έλαμπαν. Έφυγε και πήρε μαζί του την ευχαρίστησή του.


*****



"Η ταβέρνα"




Άργησε σήμερα η παραγγελία, το μαγαζί είχε κόσμο και η Δόμνα δεν προλάβαινε. Ο Τάκης έτρεχε πάνω κάτω σαν τρελός. Το αποφάσισα, σηκώθηκα με βεβαιότητα κατευθυνόμενος προς το ψυγείο που ‘χε έξω για τα ποτά. Πιάνω δυο μπύρες και μια σόδα που μου ζήτησαν απ’ την παρέα. Αυτό ήταν, δροσίστηκα ας αργήσουν τα υπόλοιπα .

Τη συζήτηση της παρέας την πρόλαβα σε στιγμή φόρτισης, αλλά με χιούμορ. Μια διαολεμένη συμπάθεια έφερνε το καλαμπούρι πρώτο στη διάθεση. Μια από εδώ μια από εκεί, γυρόφερνε η κουβέντα σαν πειραχτήρι στο τραπέζι, παίζοντας με τις αντοχές.
Αυτή είναι η ταβέρνα σκέφτηκα, αυτό κάνει τη διαφορά στον τόπο μας. Δεν πίνουμε για να μεθύσουμε, θέλουμε μόνο να φτιάξουμε κεφάλι, να πειραχτούμε μεταξύ μας με τα καλά και τα στραβά μας και ας πάει το παλιάμπελο απ’ εκεί που ‘ρθε.
Η παρέα μπερδεμένη ηλικιακά κι όμως η μαγεία της ταβέρνας ξέρει να δένει τις ηλικίες. Συνδετικός κρίκος το ποτό, η διάθεση, η οικογένεια,η παρέα, το τραγούδι, το στέκι , η ταβέρνα, ο φιλόξενος ταβερνιάρης.

Η επόμενη μέρα θα ‘ναι μια άλλη μέρα που ήδη αναλύθηκε μεσ’ το ποτήρι με την μπύρα και το κρασί. Οι ξεχωριστές νύχτες αφήνουν την ομορφιά τους για τη μέρα που θα ξημερώσει. Το ποτό με το τραγούδι θα έχουν στραγγίσει τα δάκρυα που φωλιάζουν μες την ψυχή. Εξάλλου, τι άλλο μαρτυρά τον έρωτα, τις αμφιβολίες ή τις ενοχές, από ένα δάκρυ πονεμένο;
Αυτό το βράδυ αντέχει στα πειράγματα, όπως αντέχει και η ζωή μας στις κακουχίες. Δοκιμασμένη συνταγή για να μην ταξιδέψει το κύμα μόνο του.

Γιορτινή μέρα ξημερώνει, η μέρα της Παναγίας. Η μάνα μου έχει τ' όνομά της, το κληρονόμησε και η κόρη μου. Μεγάλη η Χάρη της!


*****


"Α ρε μπαγάσα, μου την κοπάνησες πάλι"

Κάθε φορά που επισκέπτομαι γνώριμα μέρη, αν διακρίνω κάποιες πατημασιές, δεν είναι τ’ αποτύπωμά μου, ούτε των φίλων και γνωστών μου. Ξένο μου φαίνεται, είναι από εκείνα που ‘χουν άγρια όψη, με αναστατώνουν. Αν ήταν κάποιου φίλου μου θα τ’ αναγνώριζα από την όψη του, θα έσκυβα να κλέψω το χάδι του, ίσως και ν’ αφουγκραστώ τις αναπνοές του, αυτές που άφησαν ανάμνηση της θύμησής τους.

Ο φίλος μου ο Μένιος ήταν η μεταφορά του χιούμορ. Κάθε πρωί είχε το πρόγραμμά του, χωρίς να τον απασχολεί καν η εξέλιξη της μέρας. Θα σηκωνόταν χαλαρά απ' τον καναπέ στο σαλόνι που συνήθιζε να κοιμάται, θα πήγαινε στο μουσουλούκι για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο και  κατούρημα στην τούρκικη τουαλέτα, μαζεμένο όλο το βράδυ μες τα ζόρια του ύπνου. Ένα τέντωμα πάντα απαραίτητο για να πάρει τις ανάσες του και τέλος κάλεσμα στη Ρούλα για τον καφέ, αυτόν τον υπέροχο μερακλίδικο καφέ με ολίγη.

Η Ρούλα είναι η μάνα του, τακτική παρέα σ’ ολους τους καφέδες με το αζημίωτο. Του ‘λεγε πάντα το φλιτζάνι για να μη ξεμείνει από όνειρα.

-Βλέπω μεγάλο μονοπάτι ερμήνευε εκείνη, δαχτυλίδι εδώ, να το, το βλέπεις;
Κι αυτός ξεκαρδιζότανε με τρανταχτά γέλια.
-Α ρε μάνα, με τόσα δαχτυλίδια, πολλά τυχερά χάθηκαν.

*****


"Το ενοχλητικό Χαμογελάκι"

Tην συνάντησα μια μέρα σ’ ένα καφενέ, εκεί που μπεκροπίναμε με την παρέα. Mε γλυκοκοίταξε, με πλάνεψε. Στη διασταύρωση, εκεί στη γωνία δίπλα στο σουβλατζίδικο, τα ίδια, το ίδιο βλέμμα, η ίδια ζαβολιά.

Την ώρα που αγόραζα ρούχα, χρειαζόμουν ένα μπουφανάκι που το στάμπαρα πριν απ’ τις εκπτώσεις, ένα ζευγάρι μποτάκια για τα βουνά και ισοθερμικά ρούχα. Μπροστά στο μαγαζί με τα ηλεκτρονικά, με συνόδεψε σαν κυρία στον πάγκο για τα τάμπλετ και αργότερα στις φωτογραφικές μηχανές. Στην οθόνη, την ώρα που έψαχνα να βγάλω εισιτήρια, για ένα μακρινό ταξίδι που υποσχέθηκα στον εαυτόν μου.

Μου έκλεισε το μάτι πονηρά, πώς να της αντισταθώ.
Κάθε μέρα, με το που ανοίγω την πόρτα, να σου το Χαμογελάκι.

Τις προάλλες, βάδιζα με τη φίλη μου στην παραλία, αυτή τον χαβά της, αδιάκριτη εμφανίζεται και μου κλείνει το μάτι.
Κεντράρισε στα διάφορα σημεία πάνω στη φίλη μου.
Στα αυτιά της, δεν άρεζαν τα σκουλαρίκια
Στον λαιμό, δεν της πήγαινε το κολιέ
Στην κρεμαστή τσάντα, δεν έδενε με τα ρούχα
Και αυτό το παλτό, με αμφιβολίες αν ήταν η ποιότητα που αναγράφει, μάλλον ημιτασιόν ήταν.

Σταματάω με θυμό, την αρπάζω και την κλείνω μέσα στην τσάντα με διπλό κλειδί.
-Αμάν, αυτή η σπατάλη!

*****



"Ο ασπρούλης, ο γατούλης"

Έγειρε το κεφάλι στο προσκέφαλό της, τα μάτια της έκλεισαν κουρασμένα από τον κάματο της μέρας. Κάποια στιγμή ξύπνησε τρομαγμένη, είχε μουσκέψει τη μαξιλαροθήκη της με δάκρυα. Έκλαιγε γοερά στον ύπνο της, της πέρασαν πολλά μέσα απ' το όνειρό της. Τις κακουχίες δεν τις μετρούσε ποτέ, πάντα τις προσπερνούσε, σαν να μη βάραιναν το κορμί της και το μυαλό της.

Ο Νικολάκης, μπάρκαρε για να βρει το μεροκάματo στα παγωμένα νερά της θάλασσας. Ο Γιώργης, παλεύει με τα βιβλία του το πρωί και το βράδυ νυχτοφύλακας στο εργοστάσιο. Η Μαρίνα μαράζωσε, απ΄ το πρωί μέχρι το βράδυ να γαζώνει τα κομμάτια, δύσκολο μεροκάματο και ο αχαΐρευτος ο άντρας της να μπεκροπίνει.

Τι να κάνει, έπρεπε να τα συμμαζέψει, να τα διορθώσει, αλλά δεν έφθανε το δικό της μερίδιο, δεν ήταν αρκετό. Σηκώθηκε πέταξε τα σκεπάσματα δίπλα στο άδειο κρεβάτι του άντρα της, φόρεσε τις παντούφλες της και κίνησε για να ετοιμάσει πρωινό. Σε λίγο θα ήταν όλοι τους στο πόδι.

Κοντοστάθηκε, άκουσε ένα γνώριμο σύρσιμο  στο παραθύρι. Γύρισε προς τα εκεί και είδε τον καθημερινό της επισκέπτη τον ασπρούλη. Πλησιάσε προς το παράθυρο και άνοιξε. Μόλις μπήκε, χώθηκε στην αγκαλιά της και γουργούρισε. Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το κεφάλι, όπως έκανε κάθε φορά.

 Αν δεν είχε τον γατούλη της θα είχε ξεχάσει πως είναι το χάδι. Απο τον αχαΐρευτο μόνο το ροχαλητό του της έχει μείνει.

*****


"Αδιάφορα"

Μπέρδεψε τον βηματισμό του, ανασκουμπώθηκε κι έβαλε μπροστά τη σκέψη. Δύσκολο φάνηκε το προβάδισμα, βρέθηκε ανάμεσά τους να περιφέρεται άσκοπα.

Αυτοσαρκάστηκε, στην στιγμή έλυσε τη γραβάτα του, συνήθιζε τον μονό κόμπο, του ήταν πιο εύκολο, τακτοποίησε την καρέκλα του μπροστά στο τραπέζι και απομακρύνθηκε με τον ίδιο τρόπο που φάνηκε. Τα μάτια όλων τον συνόδεψαν μέχρι την πόρτα, ανάμεσα στο φως και την καταχνιά, ενώ η ομίχλη τον έντυσε με τα θολά χρώματά της. Είναι αλήθεια ότι δεν του πήγαινε η φουρτούνα, γι’ αυτό αποχώρησε με νηνεμία, αφήνοντας πίσω του αναπάντητα ερωτήματα.

Το καπέλο του έμεινε μόνο στην κρεμάστρα, αυτή τη φορά το άφησε πίσω του, όπως και τόσα άλλα που δεν θέλησε να κοιτάξει για δεύτερη φορά. Ήταν δύσκολος ο αποχαιρετισμός γι’ αυτό προτίμησε να αποχωριστεί τις συνήθειές του μέχρι σήμερα. Γύρισε διστακτικά και κλείνοντας τα μάτια νευρικά αρκετές φορές, προσπάθησε να σβήσει όλες τις εικόνες που τον έδεναν πίσω απ’ την κλειστή πόρτα.
Έτσι απλά και αδιάφορα κίνησε να απομακρυνθεί γρήγορα. Ένιωσε τη διαφορά όταν το κρύο χάιδεψε το γυμνό κρανίο του.

Του ΄λειπε το καπέλο Panama.


*****


"Αφηρημένα"

Το βήμα αφηρημένο και το βλέμμα αδιάφορο, διασταυρώθηκαν με το πέταγμά τους, προσπέρασαν το νευρικό φτερούγισμά τους.

Φάνηκε περίεργο ότι  πέρασαν χαμηλά πάνω απ’ τα κεφάλια, τα χάιδεψαν νωχελικά, ενώ η στιγμή αποτυπώθηκε στη νευρική κίνηση των ματιών. Κάποιος πέρασε το χέρι να χτενίσει τα μαλλιά και τα δάχτυλά του γέμισαν κουτσουλιές.

«Ευτυχία, τύχη», του φώναξαν οι άλλοι.

Αυτός κοίταξε νοσταλγικά την παλάμη του και περιέφερε τη ματιά του γύρω, γεμάτη απορία. Άφησε διστακτικά το χαμόγελό του να πέσει κάτω, ενώ έμεινε να παρατηρεί  την πορεία του, φοβούμενος μήπως ποδοπατηθεί.


*****



"Ο μαχαλάς των εγκαταλελειμμένων"

Καθώς πήρα την ανηφόρα, σκυφτός και μελαγχολικός, σκοντάφτω σε μια κοτρόνα. «Τι είναι τούτο», αναρωτιέμαι, «πώς βρέθηκε εδώ»; Σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω γύρω μου. Βρισκόμουνα σ’ ένα μαχαλά γεμάτο γκρέμια, σπίτια παρατημένα στο πέρασμα του χρόνου, εγκαταλελειμμένα.

Φαίνεται πως η κοτρόνα κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκα. Έσκυψα με ευλάβεια την πήρα στα χέρια μου και σιγά την απόθεσα στο άνοιγμα του τοίχου που είχε το γκρέμι μπροστά μου. Χορταριασμένο απ’ τον χρόνο, μου φάνηκε κάτι περίεργο. Δεν ένιωθα ότι κείτονταν εκεί μόνο του. Ποντίκια, γάτες, αδέσποτα σκυλιά και ό,τι άλλο ζωντανό είχαν βρει τη στέγη τους.

Κι όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Ανασήκωσα το βλέμμα μου και διέκρινα ένα άνθος από αναρριχόμενο που αγκάλιασε το γκρέμι, όλα τα χρόνια της εγκατάλειψης. Λες και δεν ήθελε να το αφήσει απροστάτευτο και το άνθος ήταν το χαμόγελο υποδοχής των καλοπροαίρετων. Οι φύλακες με τις καλές νεράιδες δεν είναι μόνο στα παραμύθια, αλλά στην ίδια τη ζωή. Η εγκατάλειψη βρίσκει νέους ενοίκους.

Ήμουνα βέβαιος ότι σε κάθε γκρέμι συναντάται ζωή που κρύβεται ανάμεσα στα ντουβάρια, στα δοκάρια, στις αγκριδιές και στα σινάζια, στα ξύλινα πατώματα, στις πόρτες και τα παραθύρια. Το μάνταλο στην πόρτα έχει μοιράσει αντικλείδια για τους νέους ενοίκους. Κι οι επισκέπτες μπορούν να βρουν μοσχολούλουδα για το μπουκέτο που θέλουν να φτιάξουν. Η ομορφιά είναι χαρισμένη και δεν μένει κλειδωμένη σε σεντούκια. Κάθε ζωντανή ύπαρξη διαλαλεί την ευτυχία της κι οι παροικούντες μένουν εντυπωσιασμένοι από την αρμονία της συγκατοίκησης.

Γεμίζει το καλάθι των εκπλήξεων με μυρωδάτα λουλούδια και οι αγκαλιές φορτώνονται άνθη και φρούτα για να χορτάσουν την πείνα και να ξεδιψάσουν την αναμονή. Γεμάτοι θόρυβοι αναστατώνουν το σύμπαν και η ψυχή αγαλλιάζει στη διαδρομή των αναμνήσεων.


*****



"Κόκκινο ή λευκό κρασί"

«Ένιωσα να με προσβάλουν». Τι σημαίνει αυτό αναρωτήθηκα αυτόματα. Μα είναι απλό, ειπώθηκε κάτι που ερμηνεύεται υπεροπτικό ή ειρωνικό ή ακόμη και χλευαστικό.

-Μήπως παρερμήνεψες την έκφραση;

-Μπα δεν νομίζω, μου αρκεί ακόμη και μια επανάληψη για να επιβεβαιώσω αυτό που ένιωσα.

-Μάλλον είσαι αυστηρός με τους άλλους ή ίσως με τον εαυτόν σου.

-Δεν νομίζω, μου είναι αδύνατον ν’ αντιληφθώ ό,τι συμβαίνει γύρω μου, χωρίς να βάλω μικροσκόπιο. Αυτή η υστερία μου, με φέρνει πολλές φορές σε δυσάρεστη θέση. Σκέφτομαι ότι γίνομαι εκνευριστικά καχύποπτος για τις διαθέσεις των άλλων.

-Είναι μήπως αυτό που λένε, όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται;

-Νομίζω ότι τώρα ξεφύγαμε, γίνεσαι υπερβολικός ξεπέρασες και μένα. Τι σχέση έχει η μύγα, ένα αηδιαστικό ζωύφιο, με το αίσθημα ότι με πρόσβαλαν σκοπίμως;

-Μα αγαπητέ μου, όποιος έχει υποψίες τις πολλαπλασιάζει.

-Νομίζω ότι κάνεις λάθος, εγώ θα έλεγα ότι όποιος δεν προσέχει τι λέει ή τι κάνει, μπορεί να ξεπεράσει τα εσκαμμένα, σε βάρος των άλλων.

-Θεωρώ ότι υπερβάλεις. Τέλος πάντων, προτιμώ το κόκκινο κρασί με το κρέας και το λευκό με το ψάρι. Φαντάζομαι να γίνομαι κατανοητός.

-Συμφωνώ απολύτως θα πάρουμε λευκό κρασί, το ψάρι ήδη βρίσκεται στην φωτιά.

-Ωραία λοιπόν, ας κάψουμε και τα υπόλοιπα.


*****



"35 χρόνια ζωής, α' εκδοχή"

Δεν άντεχε άλλο, βρόντηξε την πόρτα πίσω της κι έφυγε βρίζοντας.

- Αϊ στα τσακίδια, παλιομαλάκα.

Αυτό ήταν, δεν άντεχε άλλο τη μίζερη ζωή του, τις κυκλοθυμικές συμπεριφορές του, τα τσακώματά του. Δεν έχει αφήσει κοντινό του άνθρωπο που να μην έχει μαλώσει. Άρχισε απ’ τ’ αδέλφια του μετά το φευγιό της μάνας τους, στη συνέχεια με τα παιδιά, με τους γείτονες. Το δικό της μαρτύριο δεν μετράει, είναι στην επανάληψη του χιλιοστού επεισοδίου.

Το γυρόφερνε όλα τα χρόνια για να πάρει την απόφασή της. Τέρμα, το αποφάσισε σήμερα και χωρίς να το ζαλίσει, όπως έκανε συνήθως, έφυγε λέγοντας του απλά:

-Εγώ φεύγω, μη με περιμένεις άλλο ξανά.

Εκεί που στεκόταν αδιάφορος, κοιτώντας αφηρημένα την τηλεόραση, πετάχτηκε πάνω, άρπαξε το μπαστούνι του και κίνησε απειλητικά πάνω της.

-Τι εννοείς, της φώναξε θυμωμένα. Αν περάσεις αυτό το κατώφλι με τη βαλίτσα σου, η πόρτα αυτή για σένα δεν θα ξανανοίξει.

-Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις ή σου στριψε. Σου το είπα ξεκάθαρα, φεύγω και δεν θα ξανάρθω.

Δεν πρόλαβε να πει άλλη κουβέντα, σωριάστηκε στην πολυθρόνα του σαν σακί με πατάτες.

Του ‘ριξε μια τελευταία ματιά. Θα φροντίσει να μην τον ξαναδεί, αρκετά της ήπιε το ζουμί.

Φεύγοντας, κατευθυνόμενη προς την αυλόπορτα, τελευταίο σημείο αναφοράς του σπιτιού, ένιωσε μια γλωσσίτσα στο χέρι της. Τότε συνειδητοποίησε ότι παραλίγο θα ξεχνούσε, ό,τι καλύτερο είχε αυτό το σπίτι. Γύρισε τον αγκάλιασε τον σκυλάκο της και ξέσπασε σε κλάματα.

-Μαζί καλέ μου, μαζί.

Σηκώθηκε πήρε τη βαλίτσα της και το λουράκι του σκύλου της και αποχαιρέτησε με μια τελευταία ματιά το σπίτι, 35 χρόνων ζωής.

Σε αυτή την τελευταία κίνηση το βλέμμα της έπεσε  στα παντζούρια του δωματίου της. Για πρώτη φορά ήταν ερμειτικά κλειστά.

*****



"35 χρόνια ζωής , β' εκδοχή"

Τον περίμενε με αγωνία να γυρίσει, πέρασε η ώρα, έπρεπε να ήταν εδώ. Κάθε τόσο κοιτούσε πίσω απ’ την κουρτίνα του παραθύρου, μήπως τον δει στην αυλόπορτα να εμφανίζεται. Πήρε το πλεκτό της, αλλά οι βελονιές περπατούσαν λάθος, έπλεκε το ξήλωνε.

Πολύ ώρα πριν είχε βάλει να βράσουν τα φασόλια , έκανε ψοφόκρυο σήμερα. Το τζάκι το είχε αναμμένο απ’ το πρωί, να ‘ρθει και να βρει ζεστασιά. Του άρεζε να κάθεται εκεί μπροστά με τη σκυλίτσα στα πόδια του, να διαβάζει την εφημερίδα του ή τα βιβλία του. Η γάτα, όσες φορές νιαούριζε την έπαιρνε αγκαλιά και χωνόταν αυτή κάτω απ’ την κουβέρτα. Τα ‘βρισκαν τα ζωντανά μεταξύ τους. Καμιά φορά όταν η γάτα έκανε ζαβολιές κι έτρωγε απ’ το φαΐ της σκυλίτσας, εκείνη γρύλιζε και το παρατούσε. Το βράδυ χωνόντουσαν και τα δύο στα πόδια τους, κάτω απ’ τα σκεπάσματα χωρίς να τους ενοχλούν. Το πρωί έβρισκε τη γατούλα να τον χαϊδεύει στο πρόσωπο, μέχρι να ξυπνήσει κι έτσι σκαρφαλωμένη πάνω του τον συνόδευε στην τουαλέτα.

Κλείσανε 35 χρόνια μαζί, δεν ευτύχησαν να κάνουν παιδιά, είχε περάσει μικρός παραμαγούλες.  Τιμούσε τον γάμο τους, δεν άφηνε να του λείψει τίποτε. Αυτός πάντα μαζί της, σχολούσε απ’ τη δουλειά, κατευθείαν στο σπίτι, καφενείο δεν πήγαινε, αλλά το θεατράκι το αγαπούσανε και οι δύο. Δεν άφηναν παράσταση να περάσει απ’ την πόλη που να μην την έχουν δει. Όταν άρχιζαν οι καλοκαιρινές περιοδείες ήταν η καλύτερη τους.  Έβγαζαν πρόγραμμα για να μην χάσουν καμία παράσταση ή συναυλία. Με μια ελαφριά ζακετούλα στο χέρι, τα πόπ κόρν που αγόραζαν έξω απ’ το θέατρο, αλλά φρόντιζαν να τα ευχαριστηθούν πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα, τα απαραίτητα μαξιλαράκια τους ήταν το μεγαλείο τους.

Το κουδούνι της πόρτας που χτύπησε, την έβγαλε απ’ τις σκέψεις της. Παραξενεύτηκε, «φαίνεται έχασε τα κλειδιά του», σκέφθηκε. Πλησίασε διστακτικά, ρώτησε «ποιος είναι», η φωνή που απάντησε της φάνηκε γνώριμη. Ήταν το κορίτσι της γειτόνισσας που δούλευε τις ελεύθερες ώρες της σε ταχυμεταφορές. Με το χαμόγελο στο πρόσωπο της παρέδωσε ένα φάκελο. Υπέγραψε βιαστικά, η κοπέλα έφυγε κι αυτή δεν μπήκε καν μέσα στο σπίτι.

Με τρεμάμενα χέρια τον άνοιξε, η αγωνία της στα ύψη. Μέσα στο φάκελο είχε μια επιστολή. Τον άνοιξε γρήγορα και διάβασε το σημείωμα.

"Αγαπημένη μου, σήμερα δεν ήρθα στο σπίτι, όπως περίμενες. Σε μισή ώρα θα σε περιμένει ένα ταξί στην πόρτα. Να το πάρεις, αυτό θα σε φέρει σε μένα. Θα σε περιμένω."

Της έπεσε ο φάκελος απ’ τα χέρια, ενώ έψαχνε ένα κάθισμα για να ακουμπήσει, φοβήθηκε ότι θα σωριαστεί κάτω. Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκε είναι, αν τ’ αποτελέσματα των εξετάσεών του ήταν καλά.


*****



"Το φως"

Ήμουν αφηρημένος εκείνη την ώρα, κοιτούσα χαμένα το ρολόι τοίχου απέναντι στο νεοκλασικό κτίριο.  Ήταν ώρα 5 το απόγευμα, ο ήλιος τον χειμώνα δύει σχεδόν εκείνη την ώρα, η κίνηση αρκετά αυξημένη, καθώς σχολάνε απ’ τις δουλειές τους.

Το βλέμμα μου ταξίδεψε φεύγοντας απ’ το ρολόι και κάθισε πάνω σ’ ένα περβάζι παραθύρου. Εκεί συνάντησε ένα κάτασπρο περιστέρι. Δεν σταμάτησε με το ράμφος του να τσιμπολογάει παντού πάνω του, να ξεψειρίζεται, είχα ακούσει να λέει ο πατέρας μου. Δεν ξέρω τι μου φάνηκε περίεργο, πάντως δεν ξεκόλλησα απ’ την εικόνα αυτή. Κάποια στιγμή το περιστέρι σταμάτησε ξαφνικά ό,τι έκανε και πέταξε τρομαγμένο.

Το παράθυρο άνοιξε μετά βίας, διέκρινα ένα χέρι να πιάνεται απ’ το περβάζι και να σέρνει το σώμα ενός άνδρα έξω. Η κίνησή του μου φάνηκε περίεργη. Απ’ την αρχή που είδα τη σκηνή, ήμουνα βέβαιος ότι δεν βγήκε για να καθαρίσει το παράθυρο εκείνη την ώρα. Αρχικά στάθηκε στα γόνατα, μετά έπιασε με τα δύο του χέρια τον τοίχο στα πλευρά του παραθύρου και πρόβαλε το σώμα του όρθιο. Ήταν νέος ψηλός με σκούρα μαλλιά. Δεν φορούσε ένα ζεστό ρούχο, ήταν μόνο με το φανελάκι του. Είμαι βέβαιος ότι φαινόταν ιδρωμένος ή βρεγμένος, ενώ δεν φορούσε ούτε παντελόνι, νομίζω ότι ήταν με το εσώρουχο.

Φανερά πλέον ταραγμένος, με ένα αφηρημένο βλέμμα να κοιτά δεξιά αριστερά, άπλωσε τα χέρια του ψηλά στον ουρανό σαν να εκλιπαρούσε βοήθεια και απότομα βρέθηκε στο κενό. Η εικόνα του την ώρα που έπεφτε με τα ξαφνιασμένα πουλιά να σηκώνονται ξαφνικά στον αέρα γύρω του, θα μου μείνει καρφωμένη για πάντα. Ήταν σαν να σχηματίστηκε ένα στεφάνι γύρω του. Τα πουλιά με τη σκόνη που σήκωσαν, σαν να σκεπάστηκαν με ένα σύννεφο.

Τα ερωτήματα πολλά, οι απαντήσεις προς το παρόν ελάχιστες. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος. Άλλοι έτρεχαν βιαστικά προς τα εκεί, άλλοι έφευγαν τρομαγμένοι, σε λίγο άρχισαν να ακούγονται σειρήνες από το ασθενοφόρο και τα αστυνομικά αυτοκίνητα.

Καθώς παρατηρούσα την οχλαγωγία αυτή, πρόσεξα μια κοπέλα να βρίσκεται στη γωνία κάτω από ένα δένδρο και να παρατηρεί κλαίγοντας τα συμβαίνοντα. Την πλησίασα διακριτικά, χωρίς ν'αντιληφθεί την παρουσία μου. Ανάμεσα στο κλάμα της, την άκουσα να σιγομουρμουρίζει.

«Ήθελε απελπισμένα να αγκαλιάσει το φως».


*****



"Ο έρωτας κι η θάλασσα"

Όταν ο έρωτας αναζητεί το όνειρο, δεν φθάνει μόνο να το νιώθεις, χρειάζεσαι εικόνες για να του δίνεις ζωή. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν οι νέοι κουρνιάζουν μέσα στη σιγαλιά της μέρας, για να ανιχνεύσουν τα μυστήρια της θάλασσας.

Θάλασσα, γυναίκα μυστήρια, πλανεύτρα έλκει, ξελογιάζει κι αν μπλέξεις στα πόδια της είναι βέβαιο ότι μπερδεμένος θα βγεις. Αντίθετα, ο έρωτας είναι άντρας σκληροτράχηλος, άγριος, σε παίρνει στα σωθικά του σαν ανεμοστρόβιλος και σε στέλνει στον άπατο, μέχρι να βρεθείς σε στέρεο έδαφος.

Έτσι δένουν τα δυο τους, ο έρωτας με τη θάλασσα. Μπερδεύονται μέσα στα όνειρα κι ανακατεύουν μέσα στα κύματα τρελά αισθήματα. Δεν έχει υπολογισμούς ούτε σκοπιμότητες, η αλήθεια είναι η πυξίδα τους κι ο χρόνος ο εχθρός τους. Κι αν έρθει αντάρα, θα δείξει αν υπάρχουν αντοχές.

Ας είναι, είναι όμορφα να ρομαντζάρεις στη θάλασσα, κι αν τα θαλασσοπούλια αφήσουν την κουτσουλιά τους, τότε θα έχεις τύχη στο όνειρο. Βάζεις εμπρός τη μηχανή και ακολουθείς το θαύμα.


*****



"Στο κουπέ 21"

Ο Νικόλας πάτησε γερά με το δεξί στην αποβάθρα. Μάζεψε το σακίδιο του από κάτω, έριξε στους ώμους του το σακάκι  και προχώρησε γρήγορα για να προλάβει το τρένο. ΄Ήταν 12 ακριβώς, είχε μπροστά του 5 λεπτά . Δεν ήταν μακριά, δεν θα χρειαζότανε να κάνει μεγάλη προσπάθεια. Το ταξίδι του με το καράβι ήταν κουραστικό, αλλά σε δύο ώρες θα ‘φθανε στο πατρικό του. Εκεί θα κατάφερνε να ισιώσει το κορμί του, με αρκετές ώρες ύπνου. Το ψάρεμα στο πέλαγος δεν είναι εύκολη υπόθεση, έχει πολύ ξενύχτι, ενώ τελευταία και τα λεφτά γίνανε λίγα. Ο καπετάνιος κάνει μεγάλες προσπάθειες για να φανεί δίκαιος, αλλά οι ψαριές τους δεν ήταν καλές. Τον αγαπούσε τον Νικόλα, τον είχε σαν γιο του. Τον πήρε κοντά του από παιδί και τον έφτασε άντρα.

Το τρένο ήρθε στην ώρα του, πέταξε το σακίδιο του στο κάθισμα και άραξε δίπλα, βάζοντας το πόδια του απέναντι. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε μια παρουσία από πάνω του να τον περιεργάζεται. Μαζεύτηκε γρήγορα, νιώθοντας άσχημα, ενώ τα μάτια του αντάμωσαν τα δικά της. Ήταν μελαχρινή, με κοντά μαλλιά κομμένα αγορέ, τα μάτια της ήταν πράσινα, ενώ το βλέμμα της άστραφτε κεραυνούς. Φορούσε ένα κολλητό τζίν και ένα πουκάμισο που άφηνε το στήθος της να δείχνει προκλητικό. Ένιωσε αμήχανα αν και ήταν μαθημένος στα ταξίδια του από υπέροχες υπάρξεις. Εκεί ξόδευε τα λεφτά του κι όταν πήγαινε στον καπετάνιο για να πάρει πρόσθετα, εκείνος τον απόπαιρνε, λέγοντάς του ότι, δεν θα βάλει μυαλό ποτέ.

Ανασηκώθηκε, μάζεψε γρήγορα τον σάκο του απ’ το διπλανό κάθισμα και προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει να τακτοποιήσει τα πράγματά της. Της συστήθηκε κι αυτή του έδωσε το δικό της, Αντιγόνη. Πήγαινε στο χωριό της μάνας της να γνωρίσει τον τόπο της. Οι δικοί της χάθηκαν πρόωρα κι αυτή αποφάσισε να ψάξει τα ίχνη τους. Ένα μοιραίο αεροπορικό δυστύχημα την άφησε ορφανή σε ηλικία 5 χρόνων. Οι εικόνες της από το χωριό είναι ελάχιστες. Κάποιες φωτογραφίες σε άλμπουμ τη βοήθησαν να ζωγραφίσει ό,τι της έλειπε.

Ο Νικόλας το ένιωσε, ήταν η μοιραία γυναίκα που του ‘λεγε ο καπετάνιος ότι θα συναντήσει κάποια μέρα. Η ομιλία της, η στάση της, το χαμόγελό της τον είχαν αιχμαλωτίσει. Η Αντιγόνη δεν σταμάτησε να μιλά σε όλη τη διαδρομή και ο Νικόλας έκανε σχέδια στο μυαλό του για να μην χάσει αυτή τη φωνή για όλη του τη ζωή.

Περίεργο, πώς γίνεται να συναντήσεις κάποιον για λίγο και να σχεδιάσεις τη ζωή σου μαζί του. Ένιωσε να μαθαίνει κολύμπι σε άγνωστα νερά, να κολυμπάει χωρίς σωσίβιο σε βαθιές θάλασσες.

Από το μεγάφωνο άκουσε το όνομα του σταθμού του, σε λίγο θα κατέβαινε από το τρένο. Η Αντιγόνη έμεινε στον κουπέ 21, στη σελίδα που τσάκισε στο βιβλίο του. Ο καπετάνιος του είχε δίκαιο όταν του ‘λεγε  «θα το καταλάβεις, όταν τη βρεις και τότε κοίταξε να μη τη χάσεις».

Στον σταθμό  τον περίμενε το αδέσποτο σκυλί, να τον συνοδέψει μέχρι το σπίτι. Θα έμενε μαζί του μέχρι που θα ερχότανε η ώρα να μπαρκάρει. Την φώναζε με το όνομα  «Αντιγόνη».


*****



"Μέρα γενεθλίων, α’ εκδοχή"

Σήμερα η μέρα επεφύλασσε εκπλήξεις. Αγαπημένα πρόσωπα είχαν γενέθλια. Η μέρα αυτή, όταν έρχεται είτε για μένα είτε για τους φίλους μου, προσθέτει στεναχώρια. Δεν είναι γιατί φορτώνεται ένας χρόνος, αυτό δεν έχει καμία σημασία. Είναι ο απολογισμός που κάνεις μέσα σου για να βρείς τις διαδρομές σου. Αυτές περιλαμβάνουν όνειρα, σχέδια, αγωνίες, συγκρούσεις, αναποδιές. Το χειρότερο απ’ όλα είναι όταν διαπιστώνεις ότι ο χρόνος πέρασε χωρίς ν’αφήσει τίποτε. Οι σχέσεις σου περπάτησαν πάνω στο σχοινί και το κοντάρι που κρατούσες όλο κόνταινε, όλο μίκραινε.

Ο άντρας της Κικής ήταν θηρίο ανήμερο, δεν μέρευε με τίποτε. Την αγαπούσε, δεν λέω, αλλά με τον δικό του τρόπο. Έτσι τουλάχιστον της έλεγε, όταν τον κανάκευε για να τον ηρεμήσει. Της φόρτωνε δώρα, χρήματα είχαν πολλά, καμία στέρηση. Ήταν όμως αρκετό;  Έφθανε αυτή η αγάπη και ο τρόπος της εκδήλωσής της; Το σκεφτόταν και το ξανασκεφτόταν. Το γυρνούσε απ’ εδώ το πιανε απ’ εκεί.

Δεν την άφησε να πιάσει δουλειά, «να μεγαλώσεις τα παιδιά», της έλεγε. Κι εκείνη πλάνταζε στο κλάμα, όταν βρισκόταν μόνη. Μήπως μόνη δεν ήταν πάντα. Επιχειρηματίας αυτός, σκοτούρες πολλές, άγχος, προβλήματα, ξεχνούσε τα δικά τους. Είχε την εντύπωση ότι με το χρήμα θα της έδινε αγάπη, θα υποκαθιστούσε την απουσία του. Αυτή ένα χάδι χρειαζόταν, μια αγκαλιά, ένα καλό λόγο μια αναγνώριση. Πόσες φορές δεν συμφώνησαν να πάνε κάπου μαζί και την τελευταία στιγμή το ακύρωνε; Πόσα ταξίδια, παραστάσεις, προβολές, πήραν την αναβολή τους;

Το πτυχίο της το έκανε κορνίζα και το’ βαλε επιδεικτικά στην είσοδο της πόρτας, πρώτη θέση, για να τον πικάρει. Στην αρχή του κακοφάνηκε, του φάνηκε περίεργο να μην βάλει κάτι δικό τους. Μετά το συνήθισε, όπως και την παρουσία της. Είτε του μιλούσε είτε όχι, το ίδιο πράγμα. Ερχότανε συνήθως αργά το βράδυ, του ‘βαζε να φάει πάντα με την απαραίτητη συνοδεία καυτερού και το ποτήρι το κρασί , ένα ρέψιμο να δένει με την περίσταση και μετά ο καναπές με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι για τηλεόραση. Το χαζοκούτι πήρε τη θέση της. Τηλεόραση στο σαλόνι, στην κουζίνα, στην κρεβατοκάμαρα, ακόμη και στην τουαλέτα. Όχι, αυτός δεν κουβαλούσε περιοδικά ή κανένα βιβλίο στον ναό του χεσίματος, αλλά ήθελε τηλεόραση, για να μην χάνει τα στιγμιότυπα.

Απ’ εδώ το ‘χε από εκεί το πήγε, του το ξεφούρνισε το μυστικό σήμερα που ‘χε τα γενέθλιά του. Κάθε χρόνο μάζευε τους κολητούς του, που ούτε καν τους ήξερε η ίδια, για να τους τραπεζώνει. Ψοφούσε στις ετοιμασίες. Φαγιά, σαλάτες, γλυκά, φρούτα, ποτά και ό,τι άλλο προς τέρψιν και ευχαρίστηση.

Την είδε να τον περιμένει καλοντυμένη στην πόρτα με το κλειδί του αυτοκινήτου της στο χέρι, να του δίνει την ανθοδέσμη του για τα γενέθλιά του, όπως έκανε κάθε χρόνο, αυτή τη φορά χωρίς φιλί.

-Μιχάλη μου φεύγω. Α, μη με ψάξεις, πήρα την άδειά μου για 10 μέρες, είναι το ταξίδι που το αναβάλλουμε κάθε χρόνο.

«Η εκδίκηση είναι γλυκιά, ιδιαίτερα στις γυναίκες».
Λόρδος Βύρων

*****



"Μέρα γενεθλίων, β’ εκδοχή"

Ο Αντώνης ήταν ανυποχώρητος, επέμενε να πάνε διακοπές στην Τήνο. Η Ελένη ήθελε στο Ναύπλιο, ήταν ο τόπος καταγωγής της, πεθύμησε την πατρίδα της. Έτσι έλεγε κι αυτός τόσο φουρκιζότανε περισσότερο.

-Τι θέλεις μωρέ στης μάνας σου. Δεν βαρέθηκες τα πήγαινε έλα και τις διακοπές μας εκεί θα τις ξοδέψουμε;
-Άκου να σου πω, του ανταπέδιδε εκείνη, θέλεις σώνει και καλά να πας στην Τήνο, επειδή σου το ΄πε η μάνα σου. Όχι, δεν θα περάσει το δικό της.

Κουβέντα ο ένας, λόγια ο άλλος, η υπόθεση έφτασε στα μαχαίρια. Οι διακοπές πήραν την αναβολή τους, η Ελένη κλείστηκε στο δωμάτιό της να κλαίει κι εκείνος βρόντηξε την πόρτα φεύγοντας.

Την αγαπούσε, είχαν γνωριστεί στη Νομική, όταν ήταν φοιτητές και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τελευταία τη συμπεριφορά της. Κάθε τόσο προφασιζότανε ότι έχει κάποια δουλειά και πεταγότανε στο Ναύπλιο. Στην αρχή δεν του μπήκανε ψήλοι στ’ αυτιά, θεώρησε ότι πεθύμησε τη μάνα της, είχαν και κάποιες εκκρεμότητες με τα κληρονομικά για να τακτοποιήσουν.

Τα ταξίδια όμως δεν είχαν τέλος. Το κάθε μήνα έγινε κάθε εβδομάδα και τώρα προστέθηκαν οι διακοπές. Είχαν να έρθουν σε επαφή μήνες, όλο κάτι προφασιζότανε, όλο κάτι της πονούσε. Το ενιαίο κρεβάτι έγινε ο καθένας το κρεβάτι του και το ίδιο δωμάτιο ο καθένας το δικό του. Τα παιδιά ήταν μικρά ακόμη δεν καταλάβαιναν.

Στη δουλειά της έτρωγε πολλές ώρες, τα δικαστήρια ήταν κουραστική υπόθεση και η επιστροφή της στο σπίτι κουβαλούσε τις σκοτούρες της. Οι υποθέσεις που δίκαζε μεταφέρονταν στο σπίτι και γίνονταν αφορμή για σκηνικό. Μέχρι που κάποιο περίεργο τηλέφωνο και η αντίδρασή της του έβαλαν υποψίες.

Είχε πληροφορηθεί για τον νέο συνάδελφο της, αναφερότανε πολλές φορές σ’αυτόν στην αρχή, ενώ τελευταία δεν αναφέρεται καθόλου. Ήταν πατριώτης της, συμμαθητής της στα γυμνασιακά χρόνια. Υπήρξε μια φιλία μεταξύ τους αλλά τίποτε παραπάνω, όπως του εξήγησε κάποτε.

Σήμερα είχε τα γενέθλια της. Το δώρο της το άφησε στο μαξιλάρι της. Ήταν ένα εισιτήριο για διακοπές στη Ρόδο, φαίνεται δεν το πρόσεξε καθόλου. Την ώρα που βάδιζε νευρικά μέσα στις σκέψεις και τις αμφιβολίες του, άκουσε το τηλέφωνό του να χτυπά.

Ήταν η Ελένη, η φωνή της ακούστηκε γλυκιά και χαρούμενη, του θύμισε το πρώτο τους τηλεφώνημα. Εκείνη, όταν έκλεισε το τηλέφωνο, κρατούσε με λαχτάρα τον φάκελο με το δώρο του και στο στηθος της τα αποτελέσματα των εργαστηριακών της εξετάσεων.


*****


"Ανατροπή"

Κλειστά τα παραθύρια, φευγάτοι όλοι, για πού; Για το πουθενά. Εκεί που όταν φθάσεις δεν θα έχει αφετηρία.

Αυτό με τρομάζει, όταν δεν μπορώ να διορθώσω τα λάθη μου. Πώς είναι δυνατό να τραβάς για κάπου, χωρίς επιστροφή. Μου είναι αδιανόητο.

Ξεκίνησα σήμερα να πάρω το μικρό σκάφος να κάνω ιστιοπλοΐα, μετά από πολλά χρόνια. Όταν μπήκα στην αποθήκη απελπίστηκα. Ευτυχώς όμως είχε φροντίσει ο πατέρας να τακτοποιήσει τα πανιά, να πλύνει το σκάφος από τις αλμύρες του την τελευταία φορά, γενικά να κάνει ό,τι χρειάζεται για να αποθηκευθεί, χωρίς πρόβλημα.

Τον θυμήθηκα που μου έλεγε να φροντίζω όλα να είναι στην εντέλεια, χωρίς πρόβλημα. Τα ράουλα,τα σχοινιά, τα πανιά, το σκάφος, όλα.

Ο αέρας ήταν ευνοϊκός για να πάω όρτσα, μια πλεύση που της έχω αδυναμία. Χωρίς καθυστέρηση, ετοίμασα το σκάφος, το έριξα στη θάλασσα, με μικρή δυσκολία. Σε λίγο ταξίδευα για να βρω τον εαυτόν μου, ταξίδευα στο πουθενά, χωρίς ταυτότητα, χωρίς προορισμό. Το μικρό πλεούμενο πάλευε με τα κύματα, σχίζοντάς τα ένα- ένα. Όταν ήθελα ν’αλλαξω πορεία έκανα τακ και πάλι απ’ την αρχή.

-Να το, ακούστηκε μια φωνή από μέσα μου, το πες.
-Τι είπα, μωρέ, άσε με ήσυχο να μη βρεθώ στη θάλασσα!
-Όχι, μην το αρνείσαι, τώρα ακριβώς πριν από ένα λεπτό το ‘πες «πάλι απ’ την αρχή». Αναιρείς τη συμφωνία μας, είχαμε πει, ποτέ ξανά από την αρχή.
-Έχεις δίκαιο, έτσι συμφωνήσαμε, αλλά ο λόγος που το λέει. Πώς να το πω εφόσον κάνω τακ και πρέπει ν’αλλάξω πλευρά.
-Έλα, μη δικαιολογείσαι, ποτέ απ’ την αρχή, να μην το ξανακούσω.
-Έγινε.

Ο καιρός κρατούσε και γω τραβούσα όλο και πιο μέσα. Είχε την απογευματινή μπουκαδούρα, το νερό μου δρόσιζε το πρόσωπο κάθε φορά που το κύμα άφηνε τ’αποτύπωμά του πάνω μου. Μου άρεσε, αυτή η αίσθηση με παρέσυρε, με οδηγούσε χωρίς έλεγχο στο άγνωστο κι εγώ παθιαζόμουνα.

Τα εφόδια που πήρα μαζί μου ήταν αρκετά για λίγες μέρες. Τη γυναίκα μου την άφησα να κοιμάται μετά από τον άγριο καυγά μας. Αυτή γύρισε πλευρό κι εγώ τα μάζεψα για το δικό μου κόσμο.

Αν έπιανε το βραδάκι θα άραζα στην πρώτη ακτή. Είχα φροντίσει να έχω μαζί μου τον υπνόσακο και τη μικρή σκηνούλα. Το ψάρεμα δεν μου άρεζε αλλά ήταν αναγκαίο, αν ήθελα να κρατήσω για λίγο την περιπέτεια, πριν από το μοιραίο τέλος.

-Να το, πάλι το πες. Ακούστηκε πάλι η φωνή. Συμφωνήσαμε να μην μιλάμε για αρχή και τέλος, δεν υπάρχουν αυτές οι λέξεις στο λεξιλόγιό μας.
-Άρχισες να μου τη δίνεις στα νεύρα.
-Νεύρα, ξενεύρα, συμφωνία έγινε;
-Έγινε.

Στην πορεία άρχισε ο καιρός ν’ αγριεύει. Δεν ήμουν ακόμη προετοιμασμένος για το αιφνίδιο αποτέλεσμα. Τα ανύπαρκτα σχεδόν σχέδια μου, άρχισαν ν’ ανατρέπονται. Όσο πήγαινε η ώρα, τόσο έχανα τον καιρό από σύμμαχο. Ήμουνα βέβαιος ότι η νύχτα θα με έβρισκε στη θάλασσα και η πλησιέστερη ακτή ήταν μακριά.

Μαθημένος στα δύσκολα δεν πανικοβλήθηκα, αλλά δεν έβρισκα και λύση. Το να παλεύω με τα κύματα δεν βοηθούσε σε τίποτα, χρειαζόμουνα άμεσα να συγκεντρωθώ να επικαλεστώ τον χάρτη μου για να υπολογίσω τον χρόνο που θα χρειαστώ για την πλησιέστερη ακτή. Ήμουνα βέβαιος ότι το σκαφάκι μου δεν θα τα κατάφερνε. Τα κύματα αγρίεψαν, οι αντοχές μου άρχισαν να χάνονται, σχέδιο δεν υπήρχε.

Για αρκετή ώρα ταξίδευα χαμένος κυριολεκτικά στον κόσμο μου, λες και δεν συνέβαινε τίποτε. Ήρθαν πάλι μπροστά μου τα σκηνικά του μαλώματος με τη γυναίκα μου. Μια ερχόντουσαν, μια έφευγαν. Προσπαθούσα να καταλάβω πώς βρέθηκα ν'απολογούμαι, για κάτι που δεν έκανα, ενώ ήταν στην φανταστία της. Το απελπιστικό ήταν ότι δεν με πίστευε και τα στοιχεία ήταν όλα εναντίον μου. Πώς τα κατάφερα, γαμώτο μου;

Χαμένος στις σκέψεις μου ούτε καν πρόσεξα ότι με πλησίαζε ένα σκάφος, παρά μόνο όταν άκουσα το ηχητικό του. Επιστράτευσα την υπομονή μου, ανασκουμπώθηκα και γύρισα το σκάφος προς τα εκεί, προκειμένου να μειώσω την απόσταση. Με άμεσο κίνδυνο, ταξίδευα επιδιώκοντας να είμαι στη γραμμή πλεύσης του ερχόμενου σκάφους. Είχα την αμυδρή ελπίδα ότι διέκριναν το πανί μου και έρχονταν για βοήθεια. Ήταν φανερό ότι το κύμα με δυσκόλευε περισσότερο στην πλεύση μου, ενώ κινδύνευα να βρεθώ ανά πάσα στιγμή στη θάλασσα.

Μεγάλη ήταν η ανακούφισή μου όταν άκουσα να με καλούν με το όνομά μου, την ώρα που επιτέλους με πλησίαζαν και τον πατέρα μου στην πλώρη να χειρονομεί με αγωνία.
Είχαν αναστατωθεί οι πάντες, όταν διαπίστωσαν ότι έλειπε το μικρό σκάφος. Για τον καιρό πήραν σήμα ότι θα επιδεινωνόταν και κάλεσαν σε βοήθεια το λιμενικό.

Οι συμφωνίες με την εσωτερική φωνή ανατράπηκαν, υπήρχε νέο ξεκίνημα και το τέλος μετατοπίστηκε χρονικά. Η γυναίκα μου με περίμενε με την κοιλιά στο στόμα, έτοιμη να γεννήσει πρόωρα από την αγωνία της. Η μικρή μου κόρη κρατούσε σφιχτά το χέρι της μάνας της, ενώ τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω μου. Περίμενε ένα νεύμα μου κι εγώ το δικό της χαμόγελο.


*****


"Το φως που περίμενα"

Περίμενα να ‘ρθει το φως να μ’ ευλογήσει. Προσπέρασε όμως, δεν στάθηκε διόλου να με αγκαλιάσει,απέφυγε την προσοχή μου.

Πρόσεξα τη διαδρομή του με περιέργεια. Πέρασε απέναντι, μπήκε απ’ το παραθύρι κι ακούμπησε τους μικρούς σκελετωμένους ώμους του μικρού τρελού. Ήταν ο καμπούρης που φύλαγε έξω απ’ την πόρτα, να πιάσει το ξεροκόματο που του πετούσαν πριν απ’ το σκυλί.  Ήξερε ότι, αν το ‘πιανε το σκυλί δεν θα το μοιραζότανε. Πεινούσαν το ίδιο, αλλά ερχότανε το κακόμοιρο και τον ζέστανε τα παγωμένα βράδυα, εκεί στο ξωκλήσι που βρήκαν θαλπωρή.

Το παιρνε το ξεροκόματο και το μοίραζε δίκαια στα ίσα, να μη μείνει κανείς παραπονεμένος. Είχε τη γούρνα να μαζεύει νερό τις άνομβρες μέρες, να φθάσει γι’αυτόν, να δώσει και στο σκυλί. Δεν του ‘δωσε όνομα, σκυλί τ’ ανέβαζε, σκυλί το κατέβαζε. Κι όταν τον ρωτούσε κανείς απο περιέργεια, απαντούσε με σοφία
" Α! Ο καθένας στον ρόλο του".

Έκαμε κρύο εκείνη τη μέρα και το φως απ’ το παραθύρι του ζέστανε τις πλάτες, γύριζε και το στήθος, του ‘φθανε. Κούρνιαζε και το σκυλί στα πόδια του να πάρει θαλπωρή και να δώσει ζεστασιά!
-Πώς το περιμένει! Ποιον ν'αρνηθεί το φως! Τη θλίψη ή τη μοναξιά!

*****



"Τελειώσαμε"

-Σου το ‘πα και στο ξαναλέω. Αν τολμήσεις να περάσεις αυτή την πόρτα θα την φας στα μούτρα.
-Μα καλή μου, λάθος κατάλαβες, δεν έγινε τίποτε, ένα ποτάκι παραπάνω.
-Τι θα πει παραπάνω, σε περίμενα να πάμε στο θέατρο και συ τα ‘τσουζες στο μπαράκι, βρε δεν πας να γ..
-Με τον Κώστα ήμουνα, είχε προβλήματα, τι να κάνω να τον αφήσω ξέμπαρκο;
-Και τα δικά μας προβλήματα έχασαν λιμάνι, θαλασσοπνίγονται στο πέλαγος, το πήρες χαμπάρι;
-Μα…
-Δεν έχει μα και ξε μα, τελεία και παύλα.
-Να δώσουμε μια υπόσχεση αμοιβαία, καλή μου, εγώ θα την τηρήσω.
-Εσύ; Εσύ δεν έκοψες τη μαλακία στα 50 σου και μου δίνεις υπόσχεση και λόγο. Σε ποια τιμή αναφέρεσαι, αυτή που ταξιδεύει μεσοπέλαγα;
-Όχι, καλή μου, σου μιλώ για το πρόγραμμά μας, για τις επιθυμίες μας, τις ανάγκες μας, τα θέλω μας, τα έτσι και τα αλλιώς.
-Τα έτσι και τα αλλιώς να τα πάρεις υπό μάλης με τα μπαγκάζια σου και να μου αδειάζεις τη γωνιά. Αν δεν το κατάλαβες, σου το λέω φωναχτά.

Τελειώσαμε!


*****


"Η τελευταία μου έκπληξη"

Καθώς βάδιζα αμέριμνος, μόλις έπεσε το φως της μέρας, σε μια απογευματινή βόλτα με τα σκυλιά μου, σκόνταψα πάνω σε μια πέτρα. Εκείνη τη στιγμή έβρισα δυνατά, γιατί σακάτεψα το γόνατό μου. Την ίδια στιγμή όμως, το ξανασκέφθηκα. Τι ήθελε αυτή η πέτρα στο δρόμο μου;  Έσκυψα, την πήρα στα χέρια μου σαν να ήταν κάποιο δώρο και την ακούμπησα με προσοχή στην άκρη του δρόμου, λες και ήταν γυαλί που θα ‘σπαγε.

Μέχρι εκείνη την ώρα δεν πρόσεξα ότι ένα διακριτικό βλέμμα ήταν πάνω μου και με παρατηρούσε. Σήκωσα το κεφάλι σαν να με ενοχλούσε κάτι κι έπεσε η ματιά μου πάνω της. Στο μπαλκόνι του σπιτιού ήταν μια κοπέλα, καθισμένη αναπαυτικά στην πολυθρόνα της, με ένα βιβλίο στο χέρι. Το καπέλο που φορούσε της έδινε χάρη, ενώ τα μεγάλα γυαλιά έκρυβαν στην ουσία το πρόσωπό της. Αμήχανα σήκωσα το χέρι μου και χαιρέτησα, ενώ αυτή μου ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα γλυκό χαμόγελο.

Δεν έμεινα άλλο εκεί, η αλήθεια είναι ότι ένιωσα άβολα. Αυτή η πέτρα μ’ έκανε ρεζίλι. Μ’ αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις συνέχισα τη βόλτα μου, τα σκυλιά δεν συγκρατιόνταν άλλο. Ήταν μια καλή δικαιολογία για ν’ απομακρυνθώ βιαστικά από το σημείο των εκπλήξεών μου.

Το πρωί της επόμενης μέρας με περίμενε μια νέα έκπληξη. Καθώς περίμενα στη στάση του λεωφορείου, την είδα εκεί. Δεν ήταν μόνη, τη συνόδευε μια κυρία, ενώ αυτή καθότανε κάπου. Ο κόσμος που περίμενε ήταν πολύς και δεν είχα αρκετή ορατότητα. Χαιρετηθήκαμε με ένα νεύμα, το χαμόγελό της ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της.  Όταν πλησίασε στη στάση το λεωφορείο, διέκρινα ότι η κυρία που τη συνόδευε έσπρωχνε ένα καρότσι με την κοπέλα του χθεσινού απογεύματος. Τη βοήθησε να ανέβει από την ειδική ράμπα και αποχαιρέτησε. Οι επιβάτες έδειχναν βιαστικοί, ίσως και αγενείς, δεν περίμεναν ή δεν παραμέριζαν για να διευκολύνουν την επιβίβασή της. Τα σχόλια τους ήταν διαφορετικά. Άλλα συμπάθειας, οίκτου, συμπόνιας, ενώ άλλα αδιαφορίας και προσβολής.

Προθυμοποιήθηκα να βοηθήσω. Δεν υπήρχε θέση ειδική για τα αναπηρικά καρότσια, όπως συνηθίζεται σε άλλες χώρες, αλλά ούτε και δυνατότητα να δεθεί με ζώνη ασφαλείας. Με μπερδεμένα τα αισθήματα, νιώθοντας άβολα, μέσα από την σύντομη κουβέντα μας πληροφορήθηκα ότι παρακολουθεί μαθήματα στην ίδια Σχολή. Αυτή η κοπέλα είχε κάτι που με τραβούσε. Νομίζω όμως ότι με φόβιζε η κατάστασή της. Δεν θα ήθελα να συνδεθώ με ένα άτομο που έχει ιδιαίτερα προβλήματα, η ψυχολογία μου ήταν ήδη χάλια. Όσο περνούσε όμως η ώρα τόσο ένιωθα πιο βολικά μαζί της. Η απλότητά της, το χαμόγελό της, τα κοινά ενδιαφέροντά μας με κρατούσαν κοντά της.

Ήταν η ώρα του μαθήματος κοινωνιολογίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θα παρακολουθούσα για πρώτη φορά. Το είχα επιλέξει σαν έκτακτο μάθημα. Ο καθηγητής ανακοίνωσε ότι, θα παρουσιάσει στο μάθημα της ώρας μια ξεχωριστή εργασία που συμμετείχε μια ομάδα φοιτητών. Την ώρα της παρουσίασης άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η φίλη μου.

Η τελευταία μου έκπληξη ήταν όταν σηκώθηκε από το καρότσι και πλησίασε στο βήμα για να παρουσιάσει την εργασία της, με τα συμπεράσματά της. Εκεί διαπίστωσα ότι το καρότσι, η κοπέλα, η κυρία, αποτελούσαν μέρη εκπαιδευτικά, σε σχέση με το πρόγραμμα που συμμετείχαν. Έπρεπε να καταγραφούν τα συμπεράσματα, από τη συμπεριφορά των πολιτών, απέναντι σε έναν ανάπηρο συμπολίτη τους, στην καθημερινότητά τους.

Η πέτρα με βάρεσε γερά, ευτυχώς δεν ήταν στο κεφάλι!


"Το δικό τους λιμάνι"

"Πιάσανε ακτή, μαζί και τα όνειρα."




Μαντήλια μαζεμένα στην αποβάθρα κουνιόντουσαν ρυθμικά, σαν να ΄παιζε μουσική που τα συνόδευε. Τα χέρια πέρα δώθε, άλλοι τα ‘βαζαν μπροστά στα μάτια τους για να τα προστατέψουν από τον ήλιο που τους θάμπωνε. Έκρυβαν μαζί και τη συγκίνηση, ντρεπόντουσαν να σκουπίσουν τα δάκρυα της προσμονής, καμιά φορά με την ανάποδη κάνανε κίνηση προς το πρόσωπο.

Κάποιος σκούντησε δυνατά, απρόσεκτα, αλλά η προσοχή του ήταν τεταμένη και προσηλωμένη στο καράβι, που ‘πιανε αργά και προσεκτικά λιμάνι. Οι ναύτες της αποβάθρας έτοιμοι να πιάσουν τα σχοινιά, που θα τους πετάξουν από το βαπόρι. Ο κόσμος που περίμενε άρχισε να συνωστίζεται επικίνδυνα, μην πέσει κανείς στη θάλασσα. Οι πιο εγκρατείς, προσπαθούσαν να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Τα συναισθήματα όμως δεν συμμαζεύονται, οι άνθρωποί τους είναι, οι δικοί τους που λείπουν χρόνια. Η προσφυγιά, μεγάλο μαράζι.

Εκεί ήταν που είδε ο Αλέκος τα μάτια της Δοξούλας και πελάγωσε, έχασε το μυαλό του. Φοβήθηκε ότι θα την χάσει, αλλά δεν χάνονται εύκολα αυτά τα μάτια. Ντυμένη στα κόκκινα, από την ομπρέλα της που κρατούσε για τον ήλιο, το μπουφάν της, το φόρεμά της. Ξεχώριζε ανάμεσα στο πλήθος, είχε διαφορετική εμφάνιση από τους άλλους, έμοιαζε να είναι από ξένο τόπο.

Πλησίασε και προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει. Αυτή τον κοίταξε με απορία, αλλά και με νάζι. Τι βοήθεια θα μπορούσε να της προσφέρει αυτός ο ξερακιανός άντρας;  Ίσως να ‘ναι και μικρότερός της. Ο Αλέκος δεν πτοήθηκε, της συστήθηκε ευγενικά και της πήρε ένα μεγάλο δέμα που ήταν δεμένο σταυρωτά με χοντρό σχοινί.Το κρατούσε με δυσκολία, ενώ με το άλλο χέρι την έπιασε σταθερά, για να μην πέσει. Αυτή δέχθηκε τη χειρονομία και αφέθηκε, της άρεσε.

Τα μεγάφωνα ανακοίνωναν επίσημα την άφιξη του πλοίου. Ακολούθησαν οδηγίες.

Ο Αλέκος με τη Δοξούλα δεν χρειαζόντουσαν οδηγίες, τους αρκούσαν οι δικές τους επιθυμίες και προσδοκίες.

Ένα μικρό χέρι χώθηκε στο δικό της, γνώριμο της φάνηκε, γνώριμη και η φωνή της που την αποκάλεσε «μαμά». Η απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Κίνησαν αργά να φύγουν οι τρείς τους μαζί, για το δικό τους λιμάνι.

Κάθε φορά που θα  ερχότανε ένα καράβι, η Δοξούλα θα ήταν εκεί στην προβλήτα να περιμένει για να υποδεχθεί τους αγαπημένους της. Κάθε φορά, ανελλιπώς και κάθε φορά ο Αλέκος με τη μικρή Αρετή θα την παίρνουν για να επιστρέψουν στο σπιτικό τους.

Δύσκολη η προσφυγιά, πολλά τα τραύματα που αφήνει πίσω της.

*****



"Μια αλλιώτικη προδοσία"

Άνοιξε την πόρτα νευρικά και πετάχτηκε με μιας έξω. Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα, πώς να το χειριστεί, δεν ήξερε. Πήρε το πρώτο μονοπάτι που οδηγούσε προς τη θάλασσα. Πάντα την ηρεμούσε.

Έβγαλε νωχελικά τα ρούχα της, τα άφησε να ακουμπήσουν μαλακά στην άμμο και κίνησε προς το φως του φεγγαριού που λαμπύριζε μέσα στα νερά. Ακολούθησε τη γραμμή του, με αργές κινήσεις, απολαμβάνοντας τη δροσιά και το χάδι της. Κατά διαστήματα βουτούσε μέσα για να διακρίνει με το φως τον βυθό. Της άρεζε να παίζει με τα νερά, αλλά στο σκοτάδι με το αμυδρό φως του φεγγαριού ήταν διαφορετικά, κάτι πρωτόγνωρο.

 Έτσι ήταν πρωτόγνωρα και τα αισθήματά της, δεν αναγνώριζε τον εαυτό της, πώς να το παλέψει δεν ήξερε. Σκέφτηκε να του το πει, αλλά η σκέψη της αυτή αμέσως έσβηνε μέσα της, πάλευε με τα αισθήματά της.

Το βράδυ εκείνο θα έμενε μόνη, εξάλλου τελευταία μόνη είναι, έτσι νιώθει.

 Όταν ακούει τις παντόφλες του να σέρνονται στο πάτωμα είναι τα ποντίκια, όταν ακούει τον βήχα του είναι το σκυλί, όταν της μιλάει είναι η γάτα της που νιαουρίζει.

Όταν σήκωσε τα μάτια της, βγαίνοντας από το νερό είδε ότι απομακρύνθηκε, αλλά το φως που την έλουζε την μάγευε, δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Προτίμησε το χάδι του θαλασσινού νερού πάνω της. Της αρέσει να κάνει έρωτα με το κύμα, το αφουγκράζεται, παλεύει στην αγκαλιά του και ερεθίζεται, φθάνει σε κορύφωση, αφήνωντας κραυγές να βγαίνουν λυσαλέα από μέσα της.

Είναι διαφορετική η όψη του σπιτιού από μακριά, κρύφτηκε από το φως του φεγγαριού, το παράθυρο στο δωμάτιο δεν έχει πλέον φως. Είναι μακριά για να γυρίσει πίσω και νιώθει τόσο γαλήνεια.


*****



"Η προδοσία φοράει φιλικό ρούχο"

"Τόλμα να σκέφτεσαι διαφορετικά"

Η μάνα της συνήθιζε να έχει στο σπίτι αυτές τις ρώσικες κούκλες μπαμπούσκα.

Είχε παρατηρήσει ότι μια από αυτές την έβαζε πάντα αντίθετα να κοιτάει. Στην αρχή δεν την παραξένεψε, αλλά όταν επιχείρησε να την αλλάξει κάποια στιγμή, η μάνα της όρμησε μαινόμενη, φωνάζοντας να την βάλει αμέσως στη θέση της.

Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω του, κόντεψε να σπάσει το κρύσταλλο. Ο εκκωφαντικός θόρυβος που έκανε, ξύπνησε τις αναμνήσεις από άλλες στιγμές. Με τον ίδιο τρόπο, η πόρτα έκλεισε όταν μπήκανε στο σπίτι, ενώ την είχε αγκαλιά. Ο ίδιος θόρυβος, η ίδια κίνηση. Πόσο διαφορετικά όμως.

Θυμάται, όταν την οδήγησε στο κρεβάτι, της έβγαλε το φόρεμα κατεβάζοντας  το φερμουάρ, είχε προβλέψει η ίδια να είναι απλή κίνηση, ήξερε ότι πάντα τον δυσκόλευαν οι λεπτομέρειες. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, ταίριαζαν με τη μουσική που πλημμύριζε το δωμάτιο. Τα λουλούδια στα ανθοδοχεία και άλλα στις γλάστρες άπλωναν το άρωμά τους σ’ όλο το σπίτι. Ο φωτισμός χαμηλός, να ταιριάζει με την περίσταση.
Κράτησε καιρό, το σκηνικό επαναλαμβανόταν τακτικά. Πολλές φορές απορούσε γιατί δεν είχε αλλαγές, γιατί μόνιμα στο ίδιο μοτίβο. Η επανάληψη άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον της και αυτό την ανησυχούσε. Είχε διαβάσει σε πολλά περιοδικά, ότι πρέπει να έχει φαντασία, να προσθέτει αλλαγές, να δημιουργεί εκπλήξεις, κάπου να τον παρασέρνει. Εφόσον αυτός δεν έχει φαντασία, ας τον παρασύρει στη δικιά της, σκέφθηκε. Το συζήτησε με τη φίλη της, που συμφώνησε. Το επιχείρησε, τι να κάνει, άρχισε εξάλλου να την κουράζει το σκηνικό.
Ήταν εκείνο το μοιραίο βράδυ που της μπήκε η ιδέα να φορέσει κάτι πιο ανάλαφρο, να γίνει περισσότερο προκλητική, η μουσική να έχει ένταση, ν΄αλλάξει τον φωτισμό στο δωμάτιο και τα λουλούδια να εξαφανιστούν, άφησε μόνο την ορχιδέα που της άρεζε.

Παραξενεύτηκε εκείνος με το που μπήκε στο σπίτι, είχε μια ανησυχία, οι κινήσεις του γίνανε νευρικές, βγήκε θυμωμένος τελικά από το δωμάτιο. Προσπάθησε να της εξηγήσει, αλλά εκείνη δεν έβγαζε τίποτα. Μετάνιωσε, θέλησε να τον παρασύρει με το παλιό σκηνικό, αλλά πάλι τίποτε. Δεν άργησε να καταλάβει ότι άλλη ήταν η αιτία. Τον ρώτησε στα ίσια.

«Βαρέθηκε», της είπε, «δεν του αρέσουν οι αλλαγές, αλλά η αγκαλιά της Ελένης, το άρωμα που βάζει είναι αυτό που του αρέσει».

Της ήρθε να τον κοπανήσει με τα παπούτσια στο κεφάλι, αλλά προτίμησε να του ανοίξει την πόρτα, να τον πετάξει έξω μαζί με τα παπούτσια του.

Την άλλη μέρα θα τα 'λεγε ένα χεράκι με την κολλητή της που τα κάνει καλύτερα.

Έστρεψε το βλέμμα της στις κούκλες μπαμπούσκα που συνήθιζε να έχει την μια να κοιτάει αντίθετα. Κάτι προαισθανότανε, ενώ θυμήθηκε τη μάνα της!


*****


"Γεια σου, ρε φίλε"

-Γεια σου, ρε φίλε,

πεθύμησα κανα κρασί, να θυμηθούμε τα παλιά, τις όμορφες στιγμές κι ας ήταν πονεμένες αρκετές φορές. Δεν έλαμπε ο ήλιος κάθε φορά, υπήρχαν σύννεφα πολλά.

Δεν είναι το γέλιο που μαράζωσε αλλά το χαμόγελο που ‘λειψε απ’ τα χείλη. Ας ήτανε ένα γιοφύρι να διαβώ, να περάσω απέναντι. Δεν είναι από συνήθεια, αλλά να, χρειάζομαι να γιομίζω.

Κουράστηκα ν’ αφήνω ξέμπαρκα συναισθήματα να σέρνονται, κουράστηκα να πλανεύομαι από εφήμερα όνειρα, θέλω να πιαστώ και ν’ αφουγκραστώ κι αν είναι να πέσω, τι έχω να  φοβηθώ;

-Γεια σου, ρε φίλε,

κι αν μου λείπεις είναι γιατί μοιράστηκα μαζί σου, ρούφηξα το ποτήρι σου μέχρι πάτο κι αν δεν έγειρα είναι γιατί με κρατούσες. Πόσες φορές στάθηκα όρθιος, να κοιτάξω πέρα στα πέλαγα, να συναντήσω τα όνειρα μου;

Τότε ήταν που γιόμιζε ο ουρανός πουλιά, χαρούμενες φωνές, τότε ήταν που άκουσα το κλάμα σου που ‘χασες το πολύτιμό σου.

Γεφύρωσα τις αποστάσεις, έφερα το κάθισμα πιο κοντά στο τραπέζι, γιόμισα το ποτήρι πολλές φορές, αλλά πάντα μόνος. Το δικό σου κάθισμα ήταν αδειανό και το ποτήρι σου γιομάτο, ο μεζές στο πιάτο απείραχτος.

Τότε έστρεφα το βλέμμα μου να κοιτάξω ξανά στο πέλαγος, μα ήταν ανταριασμένη η θάλασσα και ο ουρανός γιομάτος με σύννεφα χωρίς πουλιά, χωρίς λαλιά.

-Γεια σου, ρε φίλε,
μη σκάς, κάπου θα βρεθούμε ξανά!

*****





"Αργά πάει ο χρόνος"

Ο χρόνος βαδίζει αργά, οι λεπτοδείκτες σφυροκοπάνε στα αυτιά, σαν να κάνουν τον κύκλο τους μέσα στο τύμπανο. Μου τσακίζουν τα νεύρα. Ορθοπεταλιές για να πάει πιο γρήγορα, αλλά δεν χαμπαριάζει, όλο πιο αργά στο ρυθμό του «τικ –τακ».

Κοντοστάθηκα, προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά, αλλά εγώ κόλλησα στη στιγμή. Εκείνη τη διαολεμένη ώρα που έμαθα ότι έφυγες μόνος, χωρίς αποσκευές. Εξάλλου τι να τις κάνεις εκεί που πήγες; Ούτε ρετσίνες, μπύρες ή ευγενή  ποτά. Τέρμα, κι εγώ προσπαθώ να συνειδητοποιήσω γιατί έφυγες, γιατί σε πήρε έτσι βιαστικά, ούτε καν πρόλαβες να πεις ένα γεια.

Ξέρεις τι με τσαντίζει περισσότερο, ότι δεν μπορέσαμε να τα βάλουμε κάτω. Τέλος πάντων και καλό ταξίδι να πω, μήπως ξέρω πώς είναι; Από συνήθεια ή αμηχανία, γιατί δεν πάει να βγει κουβέντα, μόνο ένα κόμπος ξεφεύγει από κλάμα , ένα παράπονο βρε αδελφέ…



"Το ολόγιομο φεγγάρι"

Φάνηκε σήμερα το ολόγιομο φεγγάρι κι άφησε το χαμόγελο του να καλωσορίζει τα όνειρα. Όταν ξυπνήσουν, θα μείνουν οι ελπίδες να αιωρούνται στο δωμάτιο σαν πεταλούδες.

Άνοιξα το παραθύρι για να τραγουδήσω, αλλά μόλις το αντίκρισα δεν θυμόμουνα στίχο, έχασα τις μελωδίες, έμεινα μόνο να το κοιτώ. Όταν η πόρτα μαντάλωσε, δεν έμεινε τίποτε που να θυμάμαι. Χάθηκαν όλα, έμεινε μόνο το χαμόγελο να μου κλείνει το μάτι πονηρά.

Γιατί παραξενεύτηκα;
Μου μοιάζει με το ολόγιομο φεγγάρι, μα το πονηρό του βλέμμα μου θυμίζει τα σχέδια που κάναμε μαζί.
Σήμερα όμως δεν μ’ αφορούν.
Μπήκα μέσα στο σπίτι κι έκλεισα την πόρτα, το φεγγάρι έμεινε απ’ έξω μαζί με τα ξεχασμένα όνειρα.

Τα σχέδια που κάναμε μαζί, λιποτάκτησαν.


*****


"Πικρή αλήθεια"

"Ο άλλος μου εαυτός"

Γελάστηκα απόψε, ούτε πέρασε απ’ το μυαλό μου ότι θα συναντούσα κατάματα τον εαυτό μου. Έτσι μου είπαν. Τα δάχτυλά μου που κρατούσαν τη φωτογραφία, έτρεμαν. Κοίταξα στον καθρέφτη απέναντί μου, τραβώντας τους πλευρικούς καθρέφτες προς την εικόνα μου.

Χωρίς αμφιβολία, μου έμοιαζε. Οι ρυτίδες στα μάτια ήταν δικές μου. Τα μαλλιά μου λιγόστεψαν μπροστά, ενώ πίσω άρχισαν να αραιώνουν. Το χαμόγελο έγινε πιο αινιγματικό, αλλά είναι το ίδιο.

Μα τα ρούχα που φοράω είναι αυτά που μου άρεσαν πάντα. Το κόκκινο μπλουζάκι με το μαύρο μακρύ πανταλόνι, όπως τ’ άφησα.

Πλησίασα το κομοδίνο, πήρα στα χέρια μου το πορτοφόλι και μελέτησα το περιεχόμενό του. Η ταυτότητα που κρατούσα  ανέφερε το επίθετο, το όνομα και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που μ’ αφορούσαν.

Προχώρησα περισσότερο στην έρευνα. Άφησα τη φωτογραφία που κρατούσα και πήρα διστακτικά τις φωτογραφίες των δύο κοριτσιών. Ναι, είναι οι όμορφες κοπέλες που με επισκέφθηκαν πριν από λίγο. Η μια με το πλατύ χαμόγελο και τις ατάκες της, ενώ η άλλη με την γλυκύτητά της.

Από την πάλη μου με το παρελθόν έφυγα, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και εμφανίστηκε η γυναίκα μου. Μου ξεκαθάρισε προηγουμένως τον ρόλο της δίπλα μου. Πήρε λίγα κιλά, η φωτογραφία της την έδειχνε αδύνατη και οι ρυτίδες στο πρόσωπο τόνιζαν την ηλικία της. Δεν μπορώ να πω, είναι ωραία γυναίκα.

Τα καπέλα μου στέκουν κρεμασμένα στην κρεμάστρα. Το ένα έχει γεμίσει τραύματα απ' τα πολλά φυσίγγια και το άλλο στην πούδρα. Κάπως έτσι θα ήταν και η ζωή μου, σκέφτηκα. Έκρυψα το πρόσωπό μου στις δυο παλάμες, για να αποφύγω τη δική της σκέψη. Τα μάτια της πονεμένα, περιέγραφαν τον αργό θάνατό μου, τρόμαξα.

Οι κοπέλες ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν, αγκαλιάζοντάς με. Η μια μου τσίμπησε το μάγουλο, δίνοντάς μου ένα γλυκό φιλί και η άλλη μου χάιδεψε τα μαλλιά για αρκετή ώρα. Κάτι μου θύμιζαν αυτές οι χειρονομίες τρυφερότητας, κάτι από εμένα. Δεν τα κατάφερα να συγκρατήσω το δάκρυ μου, καθώς έφευγαν, το χαμόγελό τους το φύλαξα, ελπίζω να μου μείνει.

Μου είπαν φεύγοντας ότι είμαι ο εαυτός μου.

Το χαμόγελό τους έκρυβε μυστικά κι εγώ έψαχνα βαθιά μέσα στο σκοτάδι.


*****


"Όταν συνάντησα τον δολοφόνο μου"

"Σκηνή θρίλερ"

Δεν άργησε να ‘ρθει η ώρα που θα συναντούσα τον δολοφόνο μου. Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια, με λοξοκοίταξε. Έκανα ένα βήμα μπροστά, οπισθοχώρησε δισταχτικά. Σήκωσα το χέρι με θυμό για να τον χτυπήσω, απέφυγε με σβελτάδα και ευκινησία την κίνησή μου.

Κοντοστάθηκα, σκέφτηκα στιγμιαία ν’ αλλάξω τακτική, να βρω κάτι πιο αποτελεσματικό. Δίπλα στο τζάκι είχα τα εργαλεία, για να σκαλίζω τη φωτιά. Αν πλησίαζα προς τα εκεί, αν προσποιούμουν ότι θα έκανα κάποια άλλη κίνηση, ίσως να έφτανα μέχρι εκεί.

Πρόσεξα ότι μελετούσε κάθε μου κίνηση και ήταν προετοιμασμένος για ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά. Με μια σβέλτη κίνηση πήδηξα πάνω από τον καναπέ και βρέθηκα δίπλα στο τζάκι. Άπλωσα το χέρι για να πιάσω τη λαβή της μασιάς, αλλά βρήκα το χέρι του, την ώρα που τη σήκωνε για να με προλάβει. Ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, δεν θυμάμαι κάτι άλλο.

Ο κόσμος ήταν διαφορετικός, όλοι φορούσαν χλαμύδες με στεφάνια στο κεφάλι, μια γαλήνη στο πρόσωπο και ένα γλυκό χαμόγελο. Ναι, ήμουν σίγουρος, ταξίδεψα μακριά. Το χτύπημα ήταν αποτελεσματικό.

Την ίδια ώρα στο ραδιόφωνο ακούγεται η φωνή της αγαπημένης μου δημοσιογράφου, να γνωστοποιεί το κλείσιμο της βουλής και την προκήρυξη εκλογών.

Το όνειρο έγινε εφιάλτης και η σκηνή θρίλερ κινηματογραφική.


"Μια χαμένη μέρα"

Επί ώρες έψαχνα ανάμεσα στα χαρτιά μου, να βρω το χαρτάκι που έχωσες στην τσέπη μου εκείνη τη βροχερή μέρα, κάτω από το υπόστεγο του σταθμού. Δεν κατάλαβα τότε, δεν πρόσεξα την αντίδρασή σου, απλά μου χαμογέλασες.

Αν ήξερα ότι το χαμόγελό σου ήταν το σημείωμά σου, τότε θα ‘τρεχα πίσω σου να σε προλάβω. Αλλά αργά πλέον, χάνομαι στις σημειώσεις μου για να εντοπίσω τη δικιά σου. Χάνομαι σ’αυτό τον πλανήτη για να βρω τον δικό σου.

Ήταν βροχερή μέρα, είχα χάσει τις ελπίδες μου για να προλάβω το τρένο της γραμμής, περνούσε δώδεκα παρά τέταρτο ακριβώς το τελευταίο. Όταν σε είδα να περιμένεις ανακουφίστηκα, αλλά δεν συνειδητοποίησα ότι έπαιρνες άλλο, για άλλη διαδρομή που περνούσε δώδεκα παρά πέντε.

Όταν μου είπες ότι το ‘χασα, νόμισα ότι έχασα το μυαλό μου. Είναι αλήθεια, η ομορφιά σου μ’ έκανε να το χάσω, να μη συγκρατήσω τις κινήσεις, να χάσω τις λεπτομέρειες και να χαθώ σ’ αυτές. Ήταν μια απρόσεκτη στιγμή, σε μια σκοτεινή μέρα. Το χαμόγελό σου όμως, μια αχτίδα που ‘σερνε το φως της μέρας. Γι αυτό είμαι ασυγχώρητος, αν δεν το βρω.

Η κραυγή της χαράς μου που το έβλεπα χωμένο στα δάχτυλά μου  με επανέφερε από τις σκέψεις μου. «Να το, μπροστά μου ήταν και δεν το ‘ βλεπα».

Ένα γαλάζιο χαρτί στο χρώμα του ουρανού, με δύο καλλίγραφες λέξεις «Μια χαμένη μέρα».

Πήγα να το πετάξω από την απογοήτευσή μου, αλλά όπως έκανα την κίνηση, πρόσεξα από πίσω να είναι γραμμένο «Κοίταξε προς το φεγγάρι, θα γράφει δώδεκα παρά δέκα».


*****



"Μια φανταστική γνωριμία"

Ένα μικρό πορτάκι χαμηλό, ψευδαίσθηση ασφάλειας, οδηγούσε με 6 σκαλοπάτια σ’ ένα μικρό παράδεισο. Ακριβώς μπροστά το πέτρινο κουκλίστικο σπίτι, χωμένο μέσα στο πράσινο.Τα τζιτζίκια σκέπαζαν τον ήχο του νερού από το μικρό ποταμάκι που περνούσε δίπλα από το σπίτι , το πλατάνι έγειρε πάνω στο μικρό γεφύρι, ενώ η φύση κυριαρχούσε παντού.

Η οικοδέσποινα στις ομορφιές της, με το γλυκό της χαμόγελο να ξεχωρίζει μες τη νύχτα .Η φωνή της το ίδιο ευγενική, όπως την γνώρισα χθες, έβγαζε μια νοσταλγία. Θα ‘ταν γύρω στα 40 καστανή μικροκαμωμένη, αλλά την ίδια στιγμή ένιωθες τη γοητεία της να απλώνεται παντού. Η μουσική ήταν διακριτική για να μην καλύπτει τη μελωδία της φύσης, ενώ ένα απαλό φως ήταν διάχυτο σε κάθε σημείο της αυλής.

Ήμασταν μόνοι, δεν χρειάστηκαν συστάσεις, αυτές προηγήθηκαν όταν τη συνάντησα τυχαία στο δισκάδικο της γειτονιάς, να διαλέγουμε τον ίδιο δίσκο. Λάτρεις του βινυλίου, δεν αργήσαμε να βρούμε κοινά σημεία, να γνωριστούμε καλύτερα και να βρεθούμε αυτή την όμορφη νύχτα, ν’ απολαμβάνουμε την κατανυκτική ατμόσφαιρα της αυλής της.

Η επιλογή του ποτού ήταν εύκολη, εφόσον το λευκό κρασί ήταν αυτό που θα συνόδευε τα φρούτα που είχε ήδη ετοιμάσει από πριν, γνωρίζοντας αρκετά καλά τις προτιμήσεις μου. Η μουσική jazz ήταν κατάλληλη για να δέσει στην ατμόσφαιρα και να διώξει την ένταση της πρώτης στιγμής.

Η εμφάνιση της Σέλμας, ενός κόκερ κανελί, ήταν μια χαριτωμένη παρένθεση στην ομορφιά της νύχτας. Παιχνιδιάρα, με τη μουσούδα της πάνω μου, να θέλει να κρατήσει τη μυρωδιά μου, ενώ το χάδι μου την παρότρυνε να συνεχίσει το παιχνίδι της μαζί μου.

Η επιλογή ενός αγαπημένου μπλούζ έδωσε την αφορμή ν’απλώσω το χέρι μου στο δικό της, για να την παρασύρω στο χορό της φαντασίας, ενώ ένα συνεχές φιλί σφράγιζε τη νύχτα αυτή παθιασμένα.

Όμως τίποτε ωραίο δεν κρατά πολύ, ιδιαίτερα όταν είναι ονειρεμένο.

Η γλώσσα της σκύλας μου, της Φλόκας, με γέμισε φιλιά, καθώς προσπαθούσε να με ξυπνήσει. Ήταν η ώρα της βόλτας της, ενώ εγώ το είχα αφήσει ξεχασμένο στο όνειρό μου.

Η φαντασία, τις περισσότερες φορές, κλέβει το όνειρο και το ταξιδεύει απροσπέλαστο από κακουχίες, σε κακοτράχαλα μονοπάτια. Γι αυτό είναι ωραίο να αφήνεται στα ταξίδια της, να πλάθει όνειρα μαγικά .

*****



"Μ' εξαπάτησε ένα όνειρο"

"Το φεγγάρι σήμερα είναι γιομάτο και ο ουρανός πλημμύρισε μ’ αστέρια, το χαμόγελο θα λείπει"

Ξεχαστήκαμε στα όνειρα, αφεθήκαμε στις εξελίξεις, η πορεία της ζωής μας διέψευσε κι εμείς επιμένουμε να είμαστε αθεράπευτα ρομαντικοί. Οι κουβέντες στον καφενέ  περιφέρονται γύρω απ’ αυτό το συναίσθημα, ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τη δική του έννοια.

Τα βήματα γίνανε πάλι κουρασμένα, να σέρνονται στο καλντερίμι, συνήθως να σκοντάφτουν, ενώ αφήνεται ένας βαθύς αναστεναγμός. Ένα χέρι σαν απλώθηκε να βοηθήσει, φάνηκε πως το ίδιο κουράστηκε απ’ τις ανατροπές.Του ‘φυγε η δύναμη, έχασε τη στιβαρότητά του, χρειάζεται να γονατίσει για να προσφέρει βοήθεια.

Το τσουκάλι στη φωτιά έχει κάμει τη δουλειά του, γύρω απ’ το τραπέζι μαζεύτηκε η οικογένεια. Το καρβέλι το ψωμί θα μοιράσει ο πατέρας, κόβοντάς το με το χέρι σε ίσα κομμάτια, το κρεμμύδι και η ελιά απαραίτητα συνοδευτικά, κι ας είναι λειψό το γεύμα.

Οι γέροντες αρκούνται στα λίγα, τα παιδιά χρειάζονται πολλά ,ενώ εμείς έχουμε συμφιλιωθεί με τη μιζέρια. Ακόμη δεν την γνωρίσαμε καλά οι περισσότεροι, μόνο όσοι την εισπράξανε, αλλά αργά ή γρήγορα θα φθάσει και στο κονάκι μας.

Το όνειρο διάλεξε άλλον αποδέκτη, κουράστηκε κι αυτό στην προσμονή. Πώς γίναμε οι νιοι γέροντες, πώς βάραιναν οι ώμοι, η πλάτη κύρτωσε και το δάκρυ δεν λέει να στεγνώσει.Το βλέμμα της μάνας δεν έχει άλλο να ονειρευτεί κι ο λόγος του πατέρα δεν έχει άλλα για να πει.

"Μου είναι δύσκολο να θωρακίσω τον έρωτα για τον τόπο μου, αγκαλιάζει λίμνες, βουνά, θάλασσες, χρώμα,φως, έναστρο ουρανό"

******



"Γιατί τόσες ενοχές;"

Κάθε λέξη δική σου γίνεται δική μου, κάθε τι που το εννοείς το νιώθω. Η αγωνία γεμίζει ρυτίδες, η αμφιβολία φαίνεται στα μάτια.

Φορτώθηκα ενοχές και ευθύνες, μα πώς να τις κατανοήσω; Τις έβαλα πάνω στη ζυγαριά, να μετρήσω το βάρος τους. Τις ακούμπησα στον πάγκο, για να τις περιτυλίξω. Τις φόρεσα φιόγκο, για να τις ευχαριστήσω. Αυτές τίποτα, γίνανε απαιτητικές.

Μου καταλογίζουν ελαττώματα, βάζουν το λεπίδι στην πληγή και με δεξιοτεχνία το στριφογυρίζουν. Αναζητώ βοήθεια και προσθέτω ένα χαλκά ακόμη στην αλυσίδα. Βρίσκω κλειδαρά που δεν έχει αντικλείδια.

Μάτια ορθάνοιχτα μετρούν τις δυνάμεις μου.

Με αφορούν οι ζωντανές ψυχές, τα αντικείμενα, ο τόπος που γεννήθηκα, η γειτονιά που μεγάλωσα. Έχει να κάνει με κάθε άγνωστο που μ’ εμπνέει.Γιατί όχι, με όλους αυτούς που βρίσκονται συνοδοιπόροι στο ίδιο μονοπάτι. Αν σταθείς δίπλα μου να προσφέρεις ώμο, θα γείρω το κεφάλι μου να ξαποστάσω. Κι αν η ανάγκη σου γίνει δική μου, πάρε το χέρι μου και κράτησέ το σφιχτά.

Δεν αντέχω άλλη κριτική, με κούρασε το αυστηρό βλέμμα.

*****



"Για το τιτίβισμα ένος αλήτη σπουργίτι"

Συνήθεια είναι στα βήματα να μπερδεύεται και το τιτίβισμα ενός αλήτη σπουργίτι. Είναι ο καθημερινός επισκέπτης σ’ όλες τις εποχές τους χρόνου.

Μήπως τα ψίχουλα στη βεράντα ή στο περβάζι του παραθύρου δεν είναι ένα κάλεσμα για συντροφιά; Λείπει ο αλήτης όταν δεν χτυπά το τζάμι στο παραθύρι, όταν το φτερούγισμά του έχει απουσιάσει από τον πρωινό ξύπνημα. Παρέα στον καφέ,να τσιμπήσει κάτι απ' το κουλούρι.

Έχει αγριέψει ο τόπος και οι άστεγοι γίνανε μελίσσια, άλλοι να τους ενοχλούν και άλλοι να τους διώχνουν. Η προσωρινή στέγη δύσκολη και τα στέκια χαλάσματα. Η γωνιά είναι θησαυρός και το παγκάκι βραδινό αποκούμπι Πόσες είναι οι φωλιές και πόσοι άλλοι τις θέλουν;

Άλλοτε ένα παγκάκι γι αυτόν και μια τρύπα στον τοίχο για τον άλλο, εκείνον τον φτερωτό αλήτη, ό,τι καλύτερο και για τους δύο. Αλήτες που γνωρίστηκαν τυχαία στο ίδιο στέκι. Ας είναι επικίνδυνα και η συντροφιά αρέσει, παρέα ο ένας τον άλλο κάνουνε, την καλημέρα μη χαλάσουνε.

Πόσο δύσκολο για να το καταλάβουν αυτοί οι ενοχλητικοί εκεί πέρα, που στέκουν γραβατωμένοι, κομψευόμενοι, μες στο κυνήγι τους, πνιγμένοι στα κουστούμια τους, φορεμένα πολλές φορές, ατσαλάκωτα, σαν τη ζωή που γυροφέρνουν ασταμάτητα.

Οι δυο τους τα έχουν βρει, ό ένας θα φάει το ξεροκόμματο που θα βρει παρατημένο, αλλά το ψίχουλο για το φιλαράκι του, κρατημένο. Όπου νάναι, θα εμφανιστεί.

Η μέρα γύρισε, αλλά τα ψίχουλα στο περβάζι είναι απείραχτα και το επισκεπτήριο δεν φάνηκε, με το γνώριμο κτύπημα στο τζάμι.

Κουρασμένος απ’ τη βροχή που στάλαξε στην ψυχή του, σκοτάδι μαύρο έχει βγει, τον ήλιο έχει κρύψει, χάθηκαν κι οι Θεοί ταλαίπωρε σπουργίτη.

Συντρόφια, μα το τιτίβισμα ενός αλήτη θα τους λείψει.

*****



"Στο φως της μέρας"

"Κίνησα να πάρω τη ζωή μου απ’ την αρχή"

Κάπως έτσι άρχισε το όνειρο, αλλά σημαδεύτηκε απ’ αστραπές και βροντές. Αφέθηκε να παλεύει στα πέλαγα με τις κακουχίες. Όταν ξεκίνησαν όλα, έβλεπα ψηλά στον ουρανό, το μέτωπο ήταν καθαρό και η ψυχή γεμάτη κουράγια. Σήμερα βλέπω μόνο τον βυθό, λασπωμένο, να ταιριάζει με τα σκοτάδια της αμφιβολίας. Φορτώθηκαν λαθεμένα κι άλλο στις πλάτες, που κύρτωσαν πλέον ρημαγμένες. Πόσα βάρη ακόμη θ’ ακουμπήσουν πάνω, πόσα λάθη θα ζητήσουν φωλιά, πόση αφέλεια θα κοστίσει στην άμοιρη την λευτεριά;

Κυνηγημένα βρήκαν καταφύγιο στην ελπίδα που φάνηκε ανήμπορη. Ξεστράτισε και τόλμησε, αλλά προδόθηκε απ’ τις δυνάμεις της. Τι να κάνει η καρδιά, όταν τα πόδια λυγάνε και τα χέρια τρέμουν για να πιάσουν την φωτιά; Το στομάχι παλεύει άδειο, ψάχνοντας τροφή στον λεύτερο ουρανό. Γέμισαν αρπαχτικά πουλιά ν’ αποζητούν τις σάρκες.

Μένουν μόνο τα παιδιά, μήπως να βρουν απρόσμενη αγκαλιά.

Το όνειρο,
μια ελπίδα που κυνηγούσε
το φως της μέρας.

*****


"Μια μικρή αναλαμπή"

Με προσπέρασε μια πεταλούδα, την κοίταξα, την καμάρωσα και κίνησα για να φύγω. Αυτή όμως επέμενε, γύρισε πίσω και άρχισε να κάνει γύρους από μένα, λες και έδενε μια κορδέλα πάνω μου. Ένιωσα τα βήματά μου να μικραίνουν, οι κινήσεις των χεριών μου να λιγοστεύουν και οι αναπνοές μου να κόβονται.

Σταμάτησα, της χαμογέλασα, καθώς στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε κατάματα. Τα ωραία μπλε μάτια της, τα καστανά μαλλιά της, το χαμόγελό της με αιχμαλώτιζαν. Κοντοστάθηκα κι άλλο, αποφάσισα να καθίσω σ’ ένα πεζούλι, γεμάτο τριανταφυλλιές με πλούσιο άρωμα . Να σε ναρκώνουν, για ταξίδια σε άγνωστα μαγευτικά μέρη, γεμάτα περιβόλια, μπαξέδες, λίμνες, ποτάμια, πουλιά, ανοιξιάτικα χρώματα, γεμάτο πεταλούδες.

Κάποια στιγμή σταγόνες της βροχής δρόσισαν το πρόσωπό μου, άνοιξα τα μάτια μου. Όλα είχαν άλλα χρώματα φθινοπωρινά, φύλλα πεσμένα στο μονοπάτι, ψιλή βροχούλα κι ένα δροσερό μπουγάζι κατέβαινε από ψηλά. Τα χέρια μου αγκάλιαζαν το πεζούλι, τα πόδια μου απλωμένα στο γρασίδι, βρισκόμουν ακουμπισμένος στον κορμό μιας γέρικης ελιάς. Τα μπλέ μάτια μιας ολόλευκης γατούλας ήταν καρφωμένα ερωτηματικά πάνω μου. Άπλωσα το χέρι μου να τη χαιδέψω, τα χέρια μου κινήθηκαν απελευθερωμένα. Τα πόδια μου αναδιπλώθηκαν χωρίς δυσκολία, γονάτισα για να μπορέσω να σηκωθώ.Η μικρή γατούλα κούρνιασε στα πόδια μου και άρχισε να τρίβεται πάνω μου.

Το κορμί μου πονούσε, το πηρούνιασε η υγρασία, τίποτα χαμογελαστό δεν έβλεπα γύρω μου, όλα μουντά και τα σπίτια ξεβαμμένα στο γκρί, έχασαν το χαρούμενό τους χρώμα. Όλα ήταν φθινοπωρινά, στο λιβάδι όμως τα χρώματα θα παίζουν μεταξύ τους θ’ αλλάζουν ύφος, θα βρίσκονται σε προσμονή.

Ένα χαρτί σκάλωσε στο πρόσωπο, ήταν μια αφίσα με αναφορά στις επικείμενες εκλογές. Μου ήταν δύσκολο να περπατήσω απ’ το βάρος της ηλικίας, των ημερών, των ανήμπορων συνθηκών. Ένα περίσευμα, χωρίς χαμόγελο με τα μάτια μόνιμα πονεμένα.

Τα μπλέ μάτια ήταν μια παρηγοριά, μια μικρή αναλαμπή!

*****



"Μια αναπάντεχη στροφή του δρόμου"

Εκεί που κινιόμουνα με ταχύτητα στον δρόμο, μουγκρίζοντας η μηχανή του αυτοκινήτου μου, προσπέρασα τη στροφή με βία. Ήμουν ακριβώς πάνω στη στροφή που βλέπει στο εκκλησάκι του Αγ.Φανούριου στον Πολύγυρο. “Μα γιατί τόσο βιαστικός”; αναλογίστηκα με θλίψη. Η βιασύνη συνήθως συναντά σκαλώματα, φορτώνει αναποδιές.

Η μικρή ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό με γύρισε χρόνια πίσω, εκεί στα παιδικά χρόνια, στα κάστρα της Πάνω Πόλης στη Θεσσαλονίκη.

Μαζευόμασταν πιτσιρικαρία στη γειτονιά για να παίξουμε. Ποδόσφαιρο, κρυφτό, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα, αγώνες με τα συρμάτινα αυτοκίνητα από ιδιοκατασκευές και πόσα άλλα.

Ένα από τα αξέχαστα παιχνίδια ήταν το κρυφτό, η μοναδική μας αφορμή για να στριμώξουμε καμιά γειτονοπούλα. Συνήθως κρυβόμασταν στα πιο απόμακρα και σκοτεινά σημεία .Ποιoς να μας βρει, αν δεν το θέλαμε εμείς. Κάποια στιγμή χαμένος στον κόσμο μου, δεν πρόσεξα ότι μας βρήκε αυτός που φιλούσε κρυφτό. Αιφνιδιασμένος κάνω να βγω απ’ την κρυψώνα μου βιαστικά. Ήθελα να προλάβω να φτάσω στο σημείο που έπρεπε να φτύσω πρώτος για να μην καώ. Εκεί που έτρεχα με ταχύτητα, σκοντάφτω σε μια πέτρα, χωματόδρομος γαρ και βρίσκομαι με το κεφάλι καρφωμένος στο ντουβαράκι παραδίπλα και στο νοσοκομείο γεμάτος αίματα, για ράμματα.

Ακόμη και σήμερα το κουβαλάω το σημάδι. Πώς να ξεχάσω εκείνα τα όμορφα χρόνια, με τέτοιο περήφανο σημάδι!




Είδα το φως σαν προσευχή,
βρέθηκα ξανά πάνω στην στροφή.
Δεν είναι αμαρτία,
είμαι απρόσεκτος χωρίς αιτία.

Συνήθιζα να κάνω τον σταυρό
σε κάθε εκκλησάκι που θα βρω,
μα τούτο το προσπέρασα,
μου φαίνεται πως γέρασα,

Κι όμως σταμάτησα με βία,
έκανα αναστροφή κι έστριψα ευθεία.
Δεν είναι ότι φαντάζομαι,
μα κάτι υποψιάζομαι.

Αφέθηκα στη στροφή του δρόμου να χαζεύω το πέλαγος. Δεν πρόσεξα το εκκλησάκι ακριβώς πάνω στη στροφή, με αγκάλιασε ένα φως!

*****



"Το κλάμα της θάλασσας"

 

Το καλοκαίρι, αλλά και μέχρι τα μέσα του Οκτώβρη , μ’αρέσει να κατεβαίνω στη θάλασσα το βράδυ και να πιάνω κουβέντα μαζί της. Οι παρεμβάσεις από το κύμα είναι γενικά ευπρόσδεκτες, εφόσον ο μονόλογος δεν είναι ποτέ ευχάριστος. Αν κάποιες μέρες έχει δυνατό αέρα γίνεται ακόμη πιο ευχάριστη η συζήτηση, γιατί έχουμε και τρίτη συμμετοχή. Το φεγγάρι γίνεται συνήθως παρατηρητής, ενώ τις μέρες που κρύβεται ζούμε στα σκοτάδια χωρίς ρομαντική διάθεση.

Τα θέματά μας συνήθως έχουν να κάνουν με τη ζωή, αναφερόμαστε στις καταστάσεις, καταγράφουμε τα ατυχήματα, αναζητούμε τις αιτίες, αλλά την ώρα που θα πρέπει να διακόψουμε μας έχει βρει το ξημέρωμα και χάνονται τα πρακτικά.

Η εικόνα που συγκλονίζει σήμερα το διαδίκτυο είναι με το μικρό παιδάκι, προσφυγόπουλο από Συρία να κείτεται στην ακτή της Τουρκίας νεκρό. Είναι η ζωή που δεν καταφέραμε ποτέ να εξαντλήσουμε, στη θεματολογία των καθημερινών συζητήσεων μας. Είναι η αδικία, που τρέφεται από την κερδοσκοπία. Είναι ο πόνος, που έχει γονατίσει ανελέητα έναν ολόκληρο λαό, ταπεινωμένο και προδομένο. Είναι χιλιάδες οικογένειες, που διαλύονται από την απελπισία και αφήνουν τις τελευταίες τους ελπίδες στην αγκαλιά της θάλασσας.

Είναι και αυτή λυπημένη , γιατί έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο από απελπισμένες ψυχές.

Ισως, στην παραλία αυτή αύριο να θέλουν να λιαστούν και να βγάλουν φωτογραφίες, αδιάφοροι λουόμενοι .Ίσως, αύριο να ξυπνήσουμε με πονοκέφαλο από τα ναρκωτικά που μας πότισαν, για να αποκτήσουμε αναισθησία στην ταφόπλακα που στήθηκε δίπλα μας και έχει ακόμη πολλές κενές θέσεις.

Σήμερα δεν κατέβηκα στη θάλασσα, δεν είχα να κουβεντιάσω μαζί της. Ίσως και αυτή να μην έχει να μου πει τίποτε, μόνο το κλάμα της θα με συντροφέψει.

*****



"Ένα τσουβάλι ρύζι"

Ήταν βαρύ το τσουβάλι .Φώναξα τον Στέλιο να βάλει ένα χεράκι να το φορτώσουμε στο αυτοκίνητο.

-Τι έβαλες μέσα μωρέ, πέτρες; μου λέει με μιας.
-Όχι, ρύζι για τους πρόσφυγες.
-Τι να το κάνουνε το ρύζι καημένε μου; μου ανταπαντά.
-Θα το μαγειρέψουν οι γιαγιάδες στα σπίτια, για να το συσκευάσουμε και να το πάμε στο Κιλκίς.

Μούγκα, ο Στέλιος

Χωρίς δεύτερη κουβέντα με βοήθησε να το φορτώσουμε.

Φεύγοντας, μου λέει διστακτικά. Αν χρειαστείς κάτι, εγώ είμαι εδώ, μη διστάσεις.

Είναι αλήθεια ότι η μεταστροφή του δεν χρειάστηκε προσπάθεια, ούτε μεγάλα λόγια προσβλητικά και άλλα. Απλά, η μικρή συμμετοχή του ήταν αρκετή για το ξεκίνημα.

Τις επόμενες μέρες ο Στέλιος ήταν μαζί μας, μαζί με όλους, κοντά στους πρόσφυγες.

*****



"΄Ενα απρόβλεπτο πρωινό ξεκίνημα"

"Μορφέας,φύλακας άγγελος μας"



Το πρωί σηκώθηκα από τις 7, άσχετα αν κοιμήθηκα αργά, κοντά στις 3. Το κεφάλι βαρύ, τα μάτια να μην μπορούν ν’ ανοίξουν, το στομάχι σαν να ‘χει μια πέτρα .

Τα σκυλιά μου ένιωσαν την κατάστασή μου, είχαν συνηθίσει διαφορετικά . Ήταν αλλες οι κινήσεις μου κάθε πρωί. Περίμεναν την πρωινή τους βόλτα και το φαγητό τους. Βγήκα έξω με κακή διάθεση, απογοητευμένος, με μαύρα συναισθήματα.

Έτσι και αλλιώς δεν είχα να κάνω κάτι άλλο αυτή την ώρα. Άρπαξα τα λουριά τους, με άσχημη ψυχολογία και κινήσαμε να πάρουμε το μονοπάτι για το βουνό. Στη διαδρομή μέσα στο χωριό τα έχω δεμένα, ενώ τα λύνω μόλις πιάσουμε την αρχή του μονοπατιού.

Αυτό που τα χαρακτηρίζει είναι ότι δεν αφήνουν μέρος χωρίς να το μυρίσουν, ιδιαίτερα όταν έχει περάσει κάποιο ζώο ή άνθρωπος προηγουμένως. Σήμερα η συμπεριφορά τους άλλαξε, γίνανε νευρικά, μια μυρωδιά που έπιασαν έντονα τους τραβούσε βαθιά μέσα σε δύσβατα μέρη. Απόρησα, προσπάθησα να τ’ ακολουθήσω, αλλά όσο προχωρούσα τόσο πιο δύσκολα γίνοταν τα πράγματα. Τα γαυγίσματά τους μου έδιναν το στίγμα τους, για να προχωρήσω αργά με τον ρυθμό μου στην κατεύθυνσή τους. Δεν ξέρω πραγματικά πόσο βαθιά μπήκα στο δάσος, γινότανε πιο πυκνό, φύγαμε από μονοπάτια και σερνόμουνα κυριολεκτικά κάτω από τα κλαδιά των δένδρων για να περάσω.

Κάποια στιγμή τα γαυγίσματα έγιναν έντονα και επίμονα. Υπολόγισα την απόσταση, περίπου πόσο μπροστά μου ήταν και προσπάθησα να ανεβάσω ταχύτητα. Ήταν δύσκολο όμως, έχανα πολύ χρόνο, άρχισα ν’ απελπίζομαι. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου την Φλόκα να γαυγίζει επίμονα και να με οδηγεί από άλλο σημείο. Μου φάνηκε πιο βατό και προχώρησα. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει, εντόπισαν κάτι και με καλούσαν, δεν με απέτρεπαν, προέβλεπαν ότι δεν ήταν δικός μου κίνδυνος.

Άρχισαν οι παλμοί ν’ανεβαίνουν, έτρεχα σχεδόν έρποντας .Τα χέρια μου πλήγωσαν, τα γόνατα σακατεύτηκαν, τα ρούχα ξεσκίστηκαν, αλλά κάτι με καλούσε να πάω προς τα εκεί, κάτι που δεν έπαιρνε αναβολή ή καθυστέρηση.

Η Φλόκα με εντυπωσίασε, ήξερα ότι έχει μέσα της Τέκελ, μια ράτσα που ξεχωρίζει για την ισχυρή όσφρησή της, τα χρησιμοποιούν για ανιχνευτές. Πιάνουν το αίμα από πολλή μεγάλη απόσταση και οδηγούν τον κυνηγό ή τα σωστικά στο σημείο που βρίσκεται το θήραμα ή ο τραυματίας. Με έντονα γαυγίσματα με καθοδηγούσε, ενώ έτρεχε πίσω- εμπρός. Το κοντό της ύψος τη βοηθούσε να περνά κάτω από τα δένδρα με ευκινησία, ενώ εγώ χτυπούσα σε κάθε σημείο. Το εντυπωσιακό ήταν ότι δεν έφευγε από κοντά μου και με τραβούσε προς μια κατεύθυνση.

Τα γαυγίσματα των άλλων δύο σκύλων γίνονταν πιο έντονα, σημάδι ότι πλησιάζουμε. Μετά από μεγάλο κόπο και αγωνία κατάφερα να φθάσω κοντά στα σκυλιά, ενώ η χαρά τους που με είδαν ήταν ανησυχητική, γιατί επέμεναν να στρέφονται προς ένα σημείο. Η Γκρέτα καθόταν μπροστά σε ένα πλαγιασμένο άνθρωπο, που αγκομαχούσε από τους πόνους, ενώ η Νίνα ανεβοκατέβαινε πέρα δώθε, τρέχοντας από χαρά που έφθασα. Το τσομπανόσκυλο, ο Μορφέας, που μας ακολουθεί πάντοτε στις διαδρομές μας, τα βρήκε δύσκολα σήμερα στα πυκνά περάσματα αλλά ήταν ο καλός μας άγγελος.

Χωρίς να χάσω χρόνο πλησίασα, ήταν ένα νεαρός άνδρας, με εξοπλισμό ορειβάτη, πλήρη. Μόλις τον αντίκρυσα, κόντεψα να πέσω κάτω λιπόθυμος. Ήταν ο Θοδωρής, ο γιός του κολητού μου φίλου.Κάναμε μαζί πολλές ορειβασίες. Το πόδι του ήταν σπασμένο, δεν μπορούσε να το πατήσει, τα πλευρά του πονούσαν, τα χέρια του ευτυχώς κινιούνταν και στο κεφάλι φορούσε ακόμη το κράνος του. Δεν καθυστέρησα με ερωτήσεις, θα μάθαινα αργότερα, εφόσον ήταν καλά. Ήταν τυχερός που τον μύρισαν τα σκυλιά.

Για καλή του τύχη το κινητό μου είχε σήμα και κάλεσα βοήθεια αμέσως . Το στίγμα μας θα μπορούσαν να το εντοπίσουν, για όση ώρα λειτουργούσε το κινητό. Είχε τη δυνατότητα να στέλνει αυτόματα το στίγμα στο κινητό του φίλου μου Στέφανου, που είχα ορίσει για τέτοιες περιπτώσεις . Ορειβάτης και αυτός τον ενημέρωσα παράλληλα για το ατύχημα, για να συνδράμει στις ενέργειες των σωστικών ομάδων, χωρίς να του αναφέρω ότι αφορά τον ίδιο του τον γιό.

Από τότε ο Θοδωρής δεν παραλείπει, όποτε περνά από το σπίτι, να φέρνει τις αγαπημένες τους λιχουδιές. Είναι ο αγαπημένος τους επισκέπτης, εξάλλου πάντοτε του είχαν αδυναμία, ίσως αυτή να τον έσωσε. Είχαν τη μυρωδιά του και γι'αυτό αναστατώθηκαν πολύ. Δεν θα ξεχάσω το κλάμα της μικρής Φλόκας,είναι ο αγαπημένος της φίλος.Του Θοδωρή η αδυναμία ήταν ο Μορφέας, κουβαλάει τη φωτογραφία του στο κινητό του σαν φύλακα άγγελο. Από τότε που χάθηκε εκείνος, η Φλόκα διεκδίκησε και κέρδισε την αγάπη του Θοδωρή.

Φαίνεται ότι ο Θοδωρής έχει δύο φύλακες αγγέλους. Γιατί όχι, όλα τα παιδιά χρειάζονται ένα άγγελο μέσα στην αγρίμια του κόσμου.



"Η μέσα τσέπη"

Η γιαγιά καθότανε στο πεζούλι κι έπλεκε για τις εγγόνες της. Κι αυτές της χαμογελούνε πάντα όταν νιώθουν τη σκέψη της. Μετράνε τις επιθυμίες της που έχουνε βάρος πάνω τους. Η μουσική άρχισε να συνοδεύει τα χέρια της, να συγχρονίζονται η πλέξη με τις νότες. Τα γέρικα χέρια με τις βελόνες και τα νεανικά δάχτυλα να χορεύουν στα τάστα της κιθάρας, γέμισαν το σοκάκι με συμμετοχές .

Η κανάτα το κρασί είναι γεμάτη ακόμη,σύννεφα πλάκωσαν, μαύρισε ο ουρανός, το ποτό θα χάσει την παρέα, ταιριάζει με μοναξιά. Η απομόνωση κτυπά την πόρτα, ανακατεύουν στο μίξερ τα αισθήματα, αλλά χάθηκε το άρωμα, δεν υπάρχει γεύση.

Η καρδιά άρχισε να μπαίνει στην κατάψυξη,για να μπορέσει ν'ακουμπήσει κάπου μια επόμενη φορά. Η σκέψη στριμώχθηκε στο χρονοντούλαπο και οι αξίες βαρέθηκαν σε πλήξη.

To χαμένο όνειρο έμεινε χωρίς καρδιά. Πώς να διεκδικήσει τη ζωή ακόμη και τον έρωτα, του έγιναν συνήθεια.Η συνήθεια έγινε αρώστια, η ζωή δεν έχει εκπλήξεις, έχασε το γινάτι της.

Ο μουσικός παίζει για την ψυχή του, μοιράζει αυτή την ευλογία απλόχερα,την αφήνει να επισκεφθεί τις καρδιές των άλλων για να τις μαλακώσει. Η γιαγιά τρέχει πίσω απ' τις βελόνες για να γλυκάνει τις εγγόνες της.

Η ώρα, όταν κυλά, δεν μετράει τα λεπτά ούτε τα δευτερόλεπτα, τα χαμόγελα αθροίζει για να βγάλει το σύνολό της.

Τα όνειρα δεν χάθηκαν, τη μέσα τσέπη ψάχνουν, για να φωλιάσουν στη λαβωμένη καρδιά να τα ζεστάνει.


"Τα μαθήματα ξεκινούν αύριο"




Μέρες που πέρασαν αφήκαν αδιάβαστες αφηγήσεις, γραμμένες κάθε βράδυ με το φως από το καντηλέρι. Εκκρεμούν ατέλειωτα τα παραμύθια της γιαγιάς.

Η κλειδωνιά σφράγισε τα μυστικά μη μαραθούν στο φως της μέρας. Μήπως χαθούν στις διαδρομές τους κι αφανιστούν στα πέρατα της γης.

Μέρες που πέρασαν αφήκαν ανερμήνευτα τα όνειρα, να τσαλαβουτούν σε άκοπα λόγια.

Όταν γύρισε απ’ το βουνό ο Παναγής, βρήκε την πόρτα μανταλωμένη και τα βιβλία του που’ χε να διαβάσει αφημένα εκεί πέρα. Έλειπε μέρες με τα ζωντανά πάνω στο βουνό. Κατέβηκε όταν πλέον ήρθε η ώρα για το σχολιό.

«Μα τι συμβαίνει», αναλογίστηκε. Ποιος να ‘ναι αυτός που χολοσκά, αν αυτός τα γράμματα αρέσει. Η μάνα το’ πε ξεκάθαρα στον κύρη τους:

-Ο Παναγής θα μάθει γράμματα κι αν χρειαστεί να δουλέψω διπλά, θα το κάμω. Εκείνος δεν απάντησε στην πρόκληση, μόνο συλλογίστηκε.

Η εξέλιξη αυτή δεν ερμηνεύεται και τα μαθήματα ξεκινούν αύριο. Τις δουλειές που ‘χε να κάμει στο μαντρί τις τέλειωσε, γιατί να του ‘στριψε του πατέρα. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ρωτήσει τον παππού και ό,τι καταλάβει ετούτος. Είχε απομείνει μόνος απ' όταν έχασε τη γυναίκα του, μετά τον χαμό του γιού του.Του ‘μεινε μεγάλη πληγή που του άφησε πόνο στην καρδιά και το μυαλό να χάνει.

Τι να κάνει, κίνησε προς τα εκεί. Είχε απόλυτη ησυχία, αν δεν άκουγε τον βήχα του θα νόμιζε ότι λείπει κι αυτός. Εκείνος τον υποδέχθηκε με χαρά. Kάθε φορά που τον αντικρίζει, του θυμίζει τον γιό του που ‘χασε απο άδικο μαχαίρι. Νικόλα τον αποκαλεί και το χέρι του δεν φεύγει απ’ το δικό του.

Κάποια στιγμή όμως έφεξε το πρόσωπο και τον αποκάλεσε με το δικό του όνομα. Ταράχθηκε, το χέρι του έσφιξε το δικό του σαν να θυμήθηκε κάτι, σηκώθηκε με δυσκολία απ’ την πολυθρόνα του και πλησίασε το κομοδίνο. Πήρε ένα φάκελο και του τον παρέδωσε. Ήταν γραμμένος με τον γραφικό χαρακτήρα της μάνας. Ήταν η μόνη που τα κατάφερνε με τα κολλυβογράμματα, γι αυτό είχε έντονη την επιθυμία να μάθει γράμματα ο γιός της ο Παναγής, μη χάσει τις ευκαιρίες του.
Παναγή μου, αν αυτό το γράμμα έρθει στα χέρια σου, θα ξέρεις ότι είσαι σε καλό δρόμο. Ζήτησε απ’ τον παππού να σου δώσει ένα κουτί που ‘χω φυλαγμένο στην πέτρα, μέσα στο εικονοστάσι. Εκεί θα σου έχω οδηγίες.

Πήρε τον παππού απ’ το χέρι και κίνησε προς το εικονοστάσι που ‘χουν φυλαγμένο στο μικρό μαντρί, όξω στην αυλή προφυλαγμένο από τους αντίχριστους. Πλησίασε στην πέτρα, την τράβηξε και βρήκε μέσα στο εικονοστάσι ένα ξύλινο μικρό κουτί. Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Είχε μέσα μια εικόνα της Παναγίας, ένα ρολόι και ένα σακούλι με 10 χρυσές λίρες.

Στο σημείωμα που βρήκε μέσα, του ‘λεγε να μη χάσει χρόνο και να κατευθυνθεί προς το ξωκλήσι γρήγορα. Εκεί, με τις λίρες θα μπορούσε να πληρώσει τον βαρκάρη που θα τον περνούσε απέναντι. Ο παπάς θα τον βοηθούσε, να μη φοβηθεί. Να ‘χει θάρρος για να τους συναντήσει. Ο παππούς δεν μπορεί να μετακινηθεί και αποφάσισε να μείνει στο νησί.

«Φύλαξε καλά όσα σου άφησα και να ‘χεις πίστη». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της που άφησε σαν ευχή στο χαρτί. Η μάνα δεν τα κατάφεραν με τον πατέρα, αλλά ο Παναγής έμαθε γράμματα, για να μπορέσει να προσφέρει γιατριά σε ανήμπορους .Ήθελε να γράψει κάποτε την ιστορία του νησιού τους. Μεγάλη του επιθυμία ήταν ν'ακολουθήσει τα βήματα του συμπαθή γιατρού του νησιού, που κάποιος τον τραυμάτισε, δήθεν άθελα του.

Να έχουν γαλήνιο τόπο οι δικοί του. Τα χέρια του σώζουν ζωές, το πέλαγος γέμισε από αδικοχαμένους.

*****



"Μια δεύτερη ευκαιρία"

Από τη στιγμή της γέννησής του ο άνθρωπος έχει τύχει ευκαιρίες. Η ερμηνεία τους είναι δύσκολη. Κάποιοι που κατάφεραν να την ερμηνεύσουν, συγκαταλέγονται σε αυτούς που πήραν κάτι φεύγοντας. Οι υπόλοιποι ακόμη ψάχνουν τη νέα ευκαιρία για να διορθώσουν, αλλά δεν τη βλέπουν.

Ο Μάκης, όνομα και πράγμα, κοινό ελληνικό όνομα, όπως Λάκης, Τάκης, Πάκης, Άκης και ό,τι άλλο έρχεται στον νου σε –άκης. Κάθε φορά που κάποιος ήθελε να τον φωνάξει με τ’ όνομά του, εκείνος πάντα απαντούσε «παρών».
Οι άλλοι απορούσαν. «Γιατί παρών»;
Αυτός με αφέλεια απαντούσε. «Για τους άλλους».

Από τον Πρόεδρο μέχρι τον υδραυλικό της γειτονιάς είναι               -άκηδες. Θα πρέπει να είναι ευτυχείς γιατί δεν χάνουν ευκαιρία. Παίζουν σε όλα τα ταμπλό είτε είναι πρόεδροι είτε είναι μπακάληδες. Πάντως, κάποιον -άκη θα βρεις στον δρόμο σου. Τον δρόμο του όμως ποιος θα τον βρει;

Με αυτά και με άλλα ο Μάκης δεν έχανε το δρομολόγιό του. Δουλειά-ταβέρνα-σπίτι ή το ανάποδο, σπίτι-ταβέρνα-δουλειά. Δεν υπήρχε περίπτωση με αυτή τη σειρά να χάσει ευκαιρία. Από πουλί πετούμενο μέχρι την πουτάνα στη στροφή του δρόμου, δεν του ξεφεύγει κανείς. Σε όλους είχε να δώσει λόγο και να πάρει πίσω επιστροφή.

Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει είναι γιατί δεν σταύρωσε ποτέ γυναίκα. ’Ημαρτον, Θεούλη μου, είναι σήμερα και του Σταυρού.

Το παράπονο του ήταν μόνιμο. Δεν του δόθηκε ποτέ δεύτερη ευκαιρία, ας έχει και το όνομα του Πρόεδρου που λήγει σε -άκης.


"Οι γειτονιές μας"



Οι γειτονιές που αγαπήσαμε από μικρά παιδιά σήμερα δεν υπάρχουν. Χάθηκαν οι αλάνες που το παιχνίδι γινόταν ζωή και η ζωή φάνταζε με παιχνίδι. Καταπατήθηκαν από το μπετόν και τα μεγάλα συμφέροντα. Στη θέση τους μόνο αποτρόπαια ογκώδη τσιμεντένια οικοδομήματα βρίσκουμε, χωρίς φαντασία και έμπνευση.

Έχει αλλάξει η φυσιογνωμία τους οριστικά. Εμείς, το μόνο που κάνουμε είναι να ανασύρουμε θολές εικόνες που είναι φυλαγμένες βαθιά στη μνήμη μας, για να φιλιώσουμε μαζί τους. Τα συναισθήματα δεν μπορούν να μας φοβίζουν, είναι γεμάτες οι δεξαμενές που χρειάζονται αποσυμπίεση.

Αν κάποιος που ξενιτεύτηκε γύριζε στον τόπο του μετά από χρόνια, είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να προσανατολιστεί. Οι πέτρες που κλωτσούσε σε κάθε βήμα γίνανε άσφαλτος και τα μεγάλα δένδρα που άπλωναν τη σκιά τους στο διάλλειμα του παιχνιδιού έγιναν ξυλεία.

Έτσι είναι, η εξέλιξη δε φρενάρεται με συναισθήματα. Οι θύμισες κουβαλάνε πόνο, αλλά και αγάπη. Ίσως χρειάζεται να αναζητήσουμε τον χαμένο μας θησαυρό, που κρύβει ο καθένας βαθιά στην ψυχή του.

Ακόμη κι αν επέλθει ο φυσικός θάνατος, μια φωτογραφία κάπου χαμένη στο συρτάρι, θα περιμένει κάποιον να την ανασύρει.Η στιγμή που αποτυπώνεται στο χαρτί, θα επισκεφθεί το σήμερα για να θυμίσει το τότε, θα σώσει τον χρόνο.


*****



"Ένα δωμάτιο γεμάτο όνειρα"

Τι να έχει φυλαγμένο ένα παιδικό δωμάτιο; Πόσα μυστικά είναι καλά κρυμμένα; Αναγνώσματα, βιβλία, τετράδια, σημειώσεις, μικρές παρέες, έρωτες, μαζεύτηκαν στον χρόνο, γίνανε έφηβοι. Τα  πρώτα σκιρτήματα, ένα φοιτητικό πάσο, νέα βιβλία που άρχισαν να στοιβάζονται να βρούνε ελεύθερο χώρο.

Το μικρό δωμάτιο γινότανε μεγάλο κι έπλεκε όνειρα, τα ΄κανε ρούχο ζεστό με θαλπωρή γεμάτο. Νεανικό δωμάτιο, όπου φώλιασαν ελπίδες και όνειρα. Αλλιώς υποδέχονταν τη μέρα και αλλιώς ταξίδευαν τη νύχτα.

Τοίχοι βαμμένοι σε διάφορα χρώματα έχουν φυλάξει τις σημειώσεις για μια ζωή. Τα γκράφιτι στους τοίχους των σπιτιών έγιναν μικρογραφίες και τα συνθήματα οράματα.

Ένα δωμάτιο που κρατάει καλά φυλαγμένα τα συναισθήματα, τις αγωνίες και τις σκέψεις ενός νεαρού κοριτσιού. Σ΄ αυτό το δωμάτιο φώλιαζε η έμπνευση, όταν συναντούσε τη φαντασία. Εδώ ύφανε τον ιστό της μια αράχνη, που ‘χε τον νου της, όταν ζευγάρωναν τα όνειρα να ταξιδέψουν σε άλλα μέρη.Σ' αυτό το δωμάτιο γέμισαν οι τοίχοι του με φωνές και λέξεις.

Ένα δωμάτιο που, όταν έκλεισε η πόρτα του, το επισκέπτομαι για να διαβάσω τα όνειρα του παιδιού μου, απ' όταν έφυγε που έγινε γυναίκα. 

*****




Σαν Επίλογος

Το ταξίδι ενός «ευτυχή ανθρώπου», που επιμένει να ζει στα κάστρα της Σαλονίκης από τη μέρα που γεννήθηκε, μόλις έφθασε στο τέλος αυτής της διαδρομής.

Έχω αφήσει αρκετές εκκρεμότητες. Ελπίζω να μπορέσουμε να συναντηθούμε ξανά στο επόμενο ταξίδι, όταν θ’ ανοίξει το παραθύρι της επικοινωνίας μας.

Τάσος Ορφανίδης




Στις διακοπές ή όταν τέλειωνε το διάβασμα, καθημερινά,τρέχαμε στη Γεωργίτσα στο Γεντί Κουλέ, άλλοτε παίζαμε στη γειτονιά δίπλα στο σπίτι ή σκαρφαλώναμε στο βουνό του Σέιχ-Σου. Πόδια χτυπημένα, ρούχα σκισμένα, μπαλωμένα, καταϊδρωμένοι αλλά ευτυχισμένοι. Δύο πέτρες ήταν η εστία είτε παίζαμε μονότερμα είτε με δύο εστίες, είχαμε γήπεδο.


*****