Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

λαθεμένες σειρές, Τάσος Ορφανίδης


foto Christina Sarafianou

Μη κοιτάς κατάματα τον σπουργίτι,
κινδυνεύει να γίνεις φίλος του.

Κανείς δεν μετάνιωσε που προσπάθησε,
κανείς δεν έχασε που δοκίμασε.

Ανάμεσα σε τόσες στιγμές,
διάλεξα το φως να λούζει τα μακριά μαλλιά σου

Ας γκρεμίσουμε την τόση ασχήμια,
μήπως και σωθεί η μικρή ομορφιά

Έπαιξα με το παιχνίδι των λέξεων
αλλά με ξεπέρασε η ομορφιά της

Oι κουβέντες έμειναν κρεμασμένες μαζί με τα ρούχα τους, 
καμιά φορά μέσα στο μισοσκόταδο λαθεύω την σειρά τους.

Tα μάτια τους θαμποί καθρέφτες,
έκρυψαν σ’ ένα δάκρυ την υπόληψη τους

Ας ήταν του χεριού μου την μοναξιά να πετροβολήσω,
αυτή η κακούργα θα μάζευε τις πέτρες
και θα τις έκανε σαμάρι

Στο πέταγμα τους απελευθερώθηκα
και
ταξίδεψα μαζί τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα
δεν πρόλαβα να φοβηθώ

Η ομορφιά δεν χαμογελά από μόνη της,
χρειάζεται τους προβολείς της

Η ματιά του πέρα δώθε,
μα δεν φοβάται μη σκοντάψει,
σφυρίζει αδιάφορα

Η φύση όταν θέλει ντύνεται όμορφα,
ξεχωρίζουν οι καλές της φορεσιές
  
Λάθεψα στο μέτρημα,
υπολόγισα λάθος την ζωή

Το φεγγάρι δεν πρόλαβε να διαβάσει την παλάμη σου,
κρύφτηκε βιαστικά μέσα στη νύχτα

Είναι θαυμάσια η ζωή,
αν συστηθείς με τις μουσικές της 

Εδώ στο 13 έλεγα πως θα ζευγαρώσουν τα όνειρα μας

Τέσσερα σκαλοπάτια μέτρησα,
αυτά κάθε φορά με χωρίζουν

το τσαλαπάτησε
και μετά είπε, «θα το τσακίσω»

Πόσο απρόσεκτα τα πόδια κλωτσάνε τις πέτρες

Αλλού βρίσκονται οι καλές μέρες,
το χορτάρι πάλι θα φυτρώσει
κι ο ήλιος θα φανεί απ’ την ανατολή

Στην φωτιά καίγονται οι λεπτοδείκτες,
με ρακί και νότες

Αγαπώ αυτό που κάνεις,
όσο κρατά  η καρδιά σου

Τα ταξίδια δεν είναι ποτέ ίδια,
έχουν αρχή και  τέλος

Στους στίχους και τις νότες,
ακούμπησε την μοναξιά του

Όταν του απέσπασε την προσοχή,
έμεινε η λοξή ματιά του

Το μυαλό χωράει στα μπράτσα,
εκείνα δεν χωράνε στο μυαλό

Εμπιστεύομαι την κρίση σου
αλλά όχι και τα πάθη σου

Γιατί τις καλές μέρες,
τις κάνουν ο ήλιος κι η θάλασσα   

Χωρίς χρυσάφι μπορώ να κάνω,
χωρίς θάλασσα και ουρανό αδύνατο

Στα φτερουγίσματα τους κρύφτηκαν οι μελωδίες

Γιατί κρέμασες τα χρόνια σου στα μανταλάκια,
μετάνιωσες για το πόσο ανόητα τα φέρθηκες

Δεν είμαι ζογκλέρ,
μάγος του δρόμου γεννήθηκα
να παγιδέψω τα όνειρα

Το είδωλο σου ηλιοβασίλεμα,
να σε κλέψω η να χαθώ στο μισοσκόταδο σου

Κάθε φορά που το κύμα έσκαγε στα βράχια
μου φαινότανε πονεμένο το τραγούδι τους

μικρές καθημερινές ιστορίες, Τάσος Ορφανίδης

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ



"ΕΔΩ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΑ, ΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΣΑΛΟΝΙΚΗΣ"




Ο καθένα μας έχει το τόπο που γεννήθηκε, την γειτονιά που μεγάλωσε, ίσως το μέρος που αγάπησε κι έστησε την οικογένεια του.

Για μένα τα κάστρα της Σαλονίκης, το Επταπύργιο, έχουν όλες αυτές τις παραμέτρους .Εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα, έφτιαξα την οικογένεια μου.
 Στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων, ο παππούς μου Αναστάσης είχε το μαγαζάκι του δίπλα στην εκκλησία. Πρόσφυγας από την Σμύρνη, συναντήθηκε εδώ στην Σαλονίκη με την γιαγιά μου Εριφύλη, που ήρθε από το Μάλτεπε της Πόλης και στήσανε την οικογένεια τους. Από τα τέσσερα παιδιά τους, τα δύο χάθηκαν σε μικρή ηλικία χτυπημένα από τις αρρώστιες της εποχής, δύσκολα χρόνια, ενώ ο μικρότερος Στέλιος έφυγε σε ηλικία 63 ετών. Σήμερα ζει ο πατέρας μου Κωνσταντίνος, 88 ετών, βρίσκεται στα πρώτα στάδια της γεροντικής άνιας.
Αναπολώ και φέρνω πίσω εκείνα τα χρόνια, που κάθε βράδυ πηγαίναμε στο μαγαζάκι του παππού μου για να τον βοηθήσουμε να μαζέψει την πραμάτεια του, που είχε απλωμένη μέχρι το πεζοδρόμιο. Ειδικότερα το καλοκαίρι με τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα σταφύλια και κάθε λογής μαναβική. Το ψιλικατζίδικο του ήταν ένα μικρό παντοπωλείο, τα πάντα έβρισκες. Όταν τελειώναμε περιμέναμε να του ανοίξει η ψυχή να μας δώσει το χωνάκι παγωτό σαν αποζημίωση του κόπου μας. Όταν ήταν στο μαγαζί η γιαγιά η ο θείος Στέλιος είχαμε μεγαλύτερη δόση, ήταν χουβαρδάδες. Ο παππούς ήταν ένα καλός τσιγγούνης που τον αγαπούσα πολύ. Θυμάμαι όταν θύμωνα μαζί του, περνούσα από το απέναντι πεζοδρόμιο για να αποφύγω να τον χαιρετήσω. Καμώματα αλλά το πλήρωνα μετά το γενάτι μου, πήγαινε το βράδυ να τον βοηθήσει ο μεγάλος μου αδελφός κι εγώ έχανα το δώρο μου .
Έτσι πέρασαν τα χρόνια, αλλά όταν έρχονται αυτές οι μέρες δεν ξεχνιούνται, επανέρχονται στην θύμηση με όμορφες αναμνήσεις παιδικές, όπως τις σκηνοθετήσαμε στο μυαλό μας για να μη μας φύγουν.
Πάντα τις μέρες των γιορτών, η μάνα μας έδινε εντολή αμετάκλητη, να πάμε στους παππούδες να τους ευχηθούμε, να πούμε τα κάλαντα. Εγώ βέβαια από όλα αυτά ήθελα περισσότερο το κανταΐφι της γιαγιάς. Δεν ξεχνιέται με τίποτα,μάλιστα κάθε φορά που θα με ρωτήσει η γυναίκα μου τι γλυκό να κάνει, η επιθυμία μου είναι κανταΐφι  η μπακλαβάς.
Το Δημοτικό σχολείο απέναντι από το σπίτι, το μαγαζάκι του παππού δίπλα στην εκκλησιά, το κουρείο του πατέρα μου μπροστά στην πλατεία,όλα δικά μας,τι εγωισμός κι όμως θεωρούσα την πλατεία κτήμα μου, την αγαπούσα και τη αγαπώ.
Η ώρα του ποδοσφαίρου όταν ερχότανε, στις διακοπές, όταν τέλειωνε το διάβασμα καθημερινά,τρέχαμε  στην Γεωργίτσα στο Γεντί κουλέ, η παίζαμε στην γειτονιά στο σπίτι, η σκαρφαλώναμε στην κορυφή στο σέιχ σου. Πόδια χτυπημένα, ρούχα σκισμένα μπαλωμένα, καταϊδρωμένοι αλλά ευτυχισμένοι. Δυο πέτρες ήταν η εστία, είτε παίζαμε μονότερμα είτε με δύο εστίες, είχαμε  γήπεδο. Εγώ δεν περηφανεύομαι για το ποδοσφαιρικό μου ταλέντο, αλλά ήμουν ευκίνητος και τα κατάφερνα. Νομίζω ήμασταν πάντα οι χαμένοι. Υπήρξαν ταλέντα ποδοσφαιρικά, «όλη μέρα μπάλα και άγιος ο θεός».
Εγώ ήμουν ο φλώρος με το διάβασμα. Κι όμως ήταν ωραία τα χρόνια, ο μεγάλος μου αδελφός Μανώλης, πήρε το όνομα του αδελφού του πατέρα μου που χάθηκε μικρός, όλο έτρωγε τιμωρίες για τις κλασσικές κοπάνες, εγώ για τις καθημερινές ζημιές και η αδελφή μου η μικρότερη Ευαγγελία, το όνομα της γιαγιάς μάνα της  μάνα μου, την γλύτωνε. Ο τέταρτος αδελφός Γιώργος, πήρε το όνομα του παππού πατέρα της μάνας μου,ήρθε μετά από 15 χρόνια, μεγάλωσε σε άλλη εποχή.
Ο Μανώλης ήταν και μπρατσαράς, κανείς δεν του κουνιότανε όλη μέρα με τα όργανα από χειροποίητες κατασκευές βαρών και να τα μπράτσα. Εγώ δεν ενδιαφερόμουν γι αυτά, περισσότερο μου άρεζε να την κοπανώ στο βουνό, να έχω συντροφιά τον σκύλο και βόλτα στις βάθρες. Δεν υπήρχε φόβος τότε παρά την φήμη για τον δράκο του σέιχ σου. Φόβος και τρόμος για τις μάνες, τηλεόραση δεν υπήρχε, μαζευόντουσαν τα βράδια, πότε στο ένα σπίτι πότε στο άλλο. Οι ιστορίες ανακυκλωνότανε περί του θέματος που τις τρομοκρατούσε. Οι άντρες τότε μετά την δουλειά, είχαν να περάσουν από την ταβέρνα η το καφενείο και μετά στο σπίτι.Τρικούβερτοι καβγάδες σε κάθε σπίτι, ανάλογα με την μεθυστική διάθεση  του κύρη.
Η αγάπη του πατέρα μου για τα πουλιά αντέχει μέχρι σήμερα, περιστέρια και καναρίνια. ¨Όσο η μνήμη του δεν τον βοηθά κάνει εξαιρέσεις για τα πουλιά του. Εκεί όλα πάνε ρολόι. Στα οικονομικά και στα πουλιά είναι αξεπέραστος, μέχρι και σήμερα αντιμάχεται την άνια. Πάντα με το χιούμορ αντιμετώπιζε την ζωή, με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και τα γεράματα του, ενώ διασκεδάζει με τις ανησυχίες της μάνας τεντώνοντας τα νεύρα της.
Σήμερα μπορώ να σας εξομολογηθώ ότι, είμαι τυχερός που γεννήθηκα στην πόλη μου, που μεγάλωσα στην γειτονιά μου κι έφτιαξα την οικογένεια μου εδώ στον τόπο αυτό, στο Γεντί Κουλέ στα κάστρα της Σαλονίκης.
Το φημισμένο Γεντί Κουλέ όπου κρύβονται χιλιάδες πόνοι και δράματα την περίοδο που χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακή ποινικών και πολιτικών κρατουμένων. Εκεί που η αδικία έσπειρε την θλίψη και την απόγνωση, εκεί όπου οι ρουφιάνοι και οι δοσίλογοι είχαν τον πρώτο λόγο κι έπαιρναν την ζωή των πολιτικών αντιπάλων τους σαν να ‘τανε ένα τίποτα.  Σήμερα φιλοξενούνται αρχαιολογικές υπηρεσίες, λειτουργεί σαν μουσείο και τον περιβάλλοντα χώρο επισκέπτονται φίλοι με τα ζώα τους, τουρίστες και  περαστικοί.


Χάρηκα το ταξίδι μου και  την γνωριμία μαζί σας





"Α ρε μπαγάσα μου την κοπάνησες πάλι"



φωτογραφία Θάνος Χαρίσης


Κάθε φορά που σκέφτομαι τους φίλους μου, ταξιδεύω σε γνώριμα μέρη.

Ο φίλος μου ο Μένιος ήταν η μεταφορά του χιούμορ. Κάθε πρωί είχε το πρόγραμμα του, χωρίς να τον απασχολεί καν η εξέλιξη της μέρας. Θα σηκωνόταν χαλαρά απ' τον καναπέ στο σαλόνι που συνήθιζε να κοιμάται, θα πήγαινε στο μουσουλούκι για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο και  κατούρημα στην τούρκικη τουαλέτα, μαζεμένο όλο το βράδυ μες τα ζόρια του ύπνου. Ένα τέντωμα πάντα απαραίτητο για να πάρει τις ανάσες του και τέλος κάλεσμα στην Ρούλα για τον καφέ, αυτόν τον υπέροχο τούρκικο καφέ με ολίγη.

Η Ρούλα είναι η μάνα του, τακτική παρέα σ’ ολους τους καφέδες με το αζημίωτο, τουλεγε και το φλιτζάνι για να μη ξεμείνει από όνειρα.

-Βλέπω μεγάλο μονοπάτι ερμήνευε εκείνη , δαχτυλίδι εδώ, να το, το βλέπεις;
κι αυτός ξεκαρδιζότανε με τρανταχτά γέλια .


-Α ρε μάνα με τόσα δαχτυλίδια, πολλά τυχερά χάθηκαν.





«το ενοχλητικό χαμογελάκι»


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
Tην συνάντησα μια μέρα σ’ ένα καφενέ, εκεί που μπεκροπίναμε με την παρέα.Mε γλυκοκοίταξε, με πλάνεψε.
Στην διασταύρωση, εκεί στην γωνία δίπλα στο σουβλατζίδικο,
τα ίδια, το ίδιο βλέμμα, την ίδια ζαβολιά.
Την ώρα που αγόραζα ρούχα, χρειαζόμουν ένα μπουφανάκι που το στάμπαρα πριν απ’ τις εκπτώσεις, ένα ζευγάρι μποτάκια για τα βουνά και ισοθερμικά ρούχα.
Μπροστά στο μαγαζί με τα ηλεκτρονικά, με συνόδεψε σαν κυρία στον πάγκο για τα τάμπλετ και αργότερα στις φωτογραφικές μηχανές.
Στην οθόνη την ώρα που έψαχνα να βγάλω εισιτήρια, για ένα μακρινό ταξίδι που υποσχέθηκα στον εαυτόν μου.
Μου έκλεισε το μάτι πονηρά, πώς να της αντισταθώ.

Κάθε μέρα, με το που ανοίγω την πόρτα,να σου το χαμογελάκι.

Τις προάλλες βάδιζα με την φίλη μου στην παραλία,  αυτή τον χαβά της, αδιάκριτη εμφανίζεται και μου κλείνει το μάτι.
Κεντράρισε στα διάφορα σημεία πάνω στην φίλη μου.
Στα αυτιά της, δεν  άρεζαν τα σκουλαρίκια
Στον λαιμό, δεν της πήγαινε το κολιέ
Στην κρεμαστή τσάντα,  δεν έδενε με τα ρούχα
Και αυτό το παλτό, με αμφιβολίες αν ήταν η ποιότητα που αναγράφει, μάλλον ημιτασιόν ήταν.

Σταματάω με θυμό, την αρπάζω και την κλείνω μέσα στην τσάντα με διπλό κλειδί. Αμάν αυτή η σπατάλη.



«ο ασπρούλης ο γατούλης»


foto Jose Escobar


Έγειρε το κεφάλι στο προσκέφαλο της, τα μάτια της έκλεισαν κουρασμένα από τον κάματο της μέρας. Κάποια στιγμή ξύπνησε τρομαγμένη είχε μουσκέψει την μαξιλαροθήκη της με δάκρυα . Έκλαιγε γοερά στον ύπνο της, της πέρασαν πολλά μέσα απ' το όνειρο της. Τις κακουχίες δεν τις μετρούσε ποτές, πάντα τις προσπερνούσε, σαν να μη βάραιναν το κορμί της και το μυαλό της. 
 Ο Νικολάκης, μπάρκαρε για να βρει το μεροκάματα στα παγωμένα νερά της θάλασσας. Ο Γιώργης, παλεύει με τα βιβλία του το πρωί και το βράδυ νυχτοφύλακας στο εργοστάσιο. Η Μαρίνα μαράζωσε απ΄ το πρωί μέχρι το βράδυ να γαζώνει τα κομμάτια, δύσκολο μεροκάματο και ο αχαΐρευτος ο άντρας της να μπεκροπίνει. 
 Τι να κάνει έπρεπε να τα συμμαζέψει να τα διορθώσει αλλά δεν έφθανε το δικό της μερίδιο, δεν ήταν αρκετό. Σηκώθηκε πέταξε τα σκεπάσματα δίπλα στο άδειο κρεβάτι του άντρα της, φόρεσε τις παντούφλες της και κίνησε για να ετοιμάσει πρωινό. Σε λίγο θα είναι όλοι τους στο πόδι. 
 Κοντοστάθηκε, άκουσε ένα γνώριμο σύρσιμο  στο παραθύρι. Γύρισε προς τα εκεί και είδε τον καθημερινό της επισκέπτη τον ασπρούλη. Πλησιάσε προς το παράθυρο και άνοιξε. Μόλις μπήκε χώθηκε στην αγκαλιά της και γουργούρισε. Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το κεφάλι, όπως έκανε κάθε φορά. 

 Αν δεν είχε τον γατούλη της θα είχε ξεχάσει πως είναι το χάδι. Απο τον αχαΐρευτο μόνο το ροχαλητό του της έχει μείνει.

¨αδιάφορα¨

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
Μπέρδεψε τον βηματισμό του, ανασκουμπώθηκε κι έβαλε μπροστά την σκέψη. Δύσκολο φάνηκε το προβάδισμα, βρέθηκε ανάμεσα τους να περιφέρεται άσκοπα.

Αυτοσαρκάστηκε, στην στιγμή έλυσε την γραβάτα του,συνήθιζε τον μονό κόμπο του ήταν πιο εύκολο, τακτοποίησε την καρέκλα του μπροστά στο τραπέζι και απομακρύνθηκε με τον ίδιο τρόπο που φάνηκε. Τα μάτια όλων τον συνόδεψαν μέχρι την πόρτα ανάμεσα στο φως και την καταχνιά, ενώ η ομίχλη τον έντυσε με τα θολά χρώματα της. Είναι αλήθεια ότι δεν του πήγαινε η φουρτούνα γι’ αυτό αποχώρησε με νηνεμία, αφήνοντας πίσω του αναπάντητα ερωτήματα .

Το καπέλο του έμεινε μόνο στην κρεμάστρα, αυτή την φορά το άφησε πίσω του, όπως και τόσα άλλα που δεν θέλησε να κοιτάξει για δεύτερη φορά. Ήταν δύσκολος ο αποχαιρετισμός γι’ αυτό προτίμησε να αποχωριστεί τις συνήθειες του μέχρι σήμερα . Γύρισε διστακτικά και κλείνοντας τα μάτια νευρικά αρκετές φορές, προσπάθησε να σβήσει όλες τις εικόνες που τον έδεναν πίσω απ’ την κλειστή πόρτα. 

Έτσι απλά και αδιάφορα κίνησε να απομακρυνθεί γρήγορα .Ένιωσε την διαφορά όταν το κρύο χάιδεψε το γυμνό κρανίο του, του ΄λειπε το καπέλο Panama.



"αφηρημένα"





Το βήμα αφηρημένο και το βλέμμα αδιάφορο,διασταυρώθηκαν με το πέταγμα τους,προσπέρασαν το νευρικό φτερούγισμα τους.

Φάνηκε περίεργο ότι  πέρασαν χαμηλά πάνω απ’ τα κεφάλια,τα χάιδεψαν νωχελικά,ενώ η στιγμή αποτυπώθηκε στην νευρική κίνηση των ματιών.Κάποιος πέρασε το χέρι να χτενίσει τα μαλλιά και τα δάχτυλα του γέμισαν κουτσουλιές.

Ευτυχία, τύχη του φώναξαν οι άλλοι


Αυτός κοίταξε νοσταλγικά την παλάμη του και περιέφερε την ματιά του γύρω γεμάτη απορία . Άφησε διστακτικά το χαμόγελο του να πέσει κάτω, ενώ έμεινε να παρατηρεί  την πορεία του, φοβούμενος μήπως ποδοπατηθεί.






"ο μαχαλάς των εγκαταλελειμμένων"
φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Καθώς πήρα την ανηφόρα σκυφτός και μελαγχολικός, σκοντάφτω σε μια κοτρόνα. Τι είναι τούτο, αναρωτιέμαι, πως βρέθηκε εδώ .Σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω γύρω μου. Βρισκόμουνα σ’ ένα μαχαλά γεμάτο γκρέμια, σπίτια παρατημένα στο πέρασμα του χρόνου, εγκαταλελειμμένα.

Φαίνεται πως η κοτρόνα κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκα. Έσκυψα με ευλάβεια την πήρα στα χέρια μου και σιγά την απόθεσα στο άνοιγμα του τοίχου που είχε το γκρέμι μπροστά μου. Χορταριασμένο απ’ τον χρόνο μου φάνηκε κάτι περίεργο. Δεν ένιωθα ότι κείτονταν εκεί μόνο του .Ποντίκια, γάτες, αδέσποτα σκυλιά και ότι άλλο ζωντανό, είχαν βρει την στέγη τους.

Κι όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Ανασήκωσα το βλέμμα μου και διέκρινα ένα άνθος από αναρριχόμενο που αγκάλιασε το γκρέμι όλα τα χρόνια της εγκατάλειψης. Λες και δεν ήθελε να το αφήσει απροστάτευτο και το άνθος ήταν το χαμόγελο υποδοχής των καλοπροαίρετων. Οι φύλακες με τις καλές νεράιδες δεν είναι μόνο στα παραμύθια, αλλά στην ίδια την ζωή. Η εγκατάλειψη βρίσκει νέους ενοίκους.

Ήμουνα βέβαιος ότι σε κάθε γκρέμι συναντάται ζωή, που κρύβεται ανάμεσα στα ντουβάρια, στα δοκάρια, στις αγκριδιές και στα σινάζια, στα ξύλινα πατώματα, στις πόρτες και τα παραθύρια. Το μάνταλο στην πόρτα έχει μοιράσει αντικλείδια για τους νέους ενοίκους. Κι οι επισκέπτες μπορούν να βρουν μοσχολούλουδα για το μπουκέτο που θέλουν να φτιάξουν . Η ομορφιά είναι χαρισμένη και δεν μένει κλειδωμένη σε σεντούκια . Κάθε ζωντανή ύπαρξη διαλαλεί την ευτυχία της κι οι παροικούντες μένουν εντυπωσιασμένοι από την αρμονία της συγκατοίκησης.


Γεμίζει το καλάθι των εκπλήξεων με μυρωδάτα λουλούδια και οι αγκαλιές φορτώνονται άνθη και φρούτα για να χορτάσουν την πείνα και να ξεδιψάσουν την αναμονή. Γεμάτοι θόρυβοι αναστατώνουν το σύμπαν και η ψυχή αγαλλιάζει στην διαδρομή των αναμνήσεων.


"κόκκινο η λευκό  κρασί"



φωτογραφία Μπάμπης Τάσιος



Ένιωσα να με προσβάλουν. Τι σημαίνει αυτό αναρωτήθηκα αυτόματα. Μα είναι απλό, ειπώθηκε κάτι που ερμηνεύεται υπεροπτικό η ειρωνικό η ακόμη και χλευαστικό.

Μήπως παρερμήνεψες την έκφραση;

Μπα δεν νομίζω, μου αρκεί ακόμη και μια επανάληψη για να επιβεβαιώσω αυτό που ένιωσα.

Μάλλον είσαι αυστηρός με τους άλλους η ίσως με τον εαυτόν σου.

Δεν νομίζω, μου είναι αδύνατον ν’ αντιληφθώ ότι συμβαίνει γύρω μου χωρίς να βάλω μικροσκόπιο. Αυτή η υστερία μου, με φέρνει πολλές φορές σε δυσάρεστη θέση. Σκέφτομαι ότι γίνομαι εκνευριστικά καχύποπτος για τις διαθέσεις των άλλων.

Είναι μήπως αυτό που λένε, όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται;

Νομίζω ότι τώρα ξεφύγαμε, γίνεσαι υπερβολικός ξεπέρασες και μένα. Τι σχέση έχει η μύγα, ένα αηδιαστικό ζωύφιο, με το αίσθημα ότι με πρόσβαλαν σκοπίμως;

Μα αγαπητέ μου όποιος έχει υποψίες τις πολλαπλασιάζει .

Νομίζω ότι κάνεις λάθος, εγώ θα έλεγα ότι όποιος δεν προσέχει τι λέει η τι κάνει, μπορεί να ξεπεράσει τα εσκαμμένα σε βάρος των άλλων.

Θεωρώ ότι υπερβάλεις. Τέλος πάντων, προτιμώ το κόκκινο κρασί με το κρέας και το λευκό με το ψάρι. Φαντάζομαι να γίνομαι κατανοητός.

Συμφωνώ απολύτως θα πάρουμε λευκό κρασί, το ψάρι ήδη βρίσκεται στην φωτιά.


Ωραία λοιπόν,ας κάψουμε και τα υπόλοιπα.




"35 χρόνια ζωής,α' εκδοχή"



φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Δεν άντεχε άλλο, βρόντηξε την πόρτα πίσω της κι έφυγε βρίζοντας

- Αϊ στα τσακίδια παλιομαλάκα.

Αυτό ήταν, δεν άντεχε άλλο την μίζερη ζωή του, τις κυκλοθυμικές συμπεριφορές του, τα τσακώματα του . Δεν έχει αφήσει κοντινό του άνθρωπο που να μη έχει μαλώσει. Άρχισε απ’ τ’ αδέλφια του μετά το φευγιό της μάνας τους, στην συνέχεια με τα παιδιά , με τους γείτονες. Το δικό της μαρτύριο δεν μετράει, είναι στην επανάληψη του 1000 ου επεισοδίου.

Το γυρόφερνε όλα τα χρόνια για να πάρει την απόφαση της. Τέρμα το αποφάσισε σήμερα και χωρίς να το ζαλίσει όπως έκανε συνήθως, έφυγε λέγοντας του απλά

-Εγώ φεύγω μη με περιμένεις άλλο ξανά.

Εκεί που στεκόταν αδιάφορος κοιτώντας αφηρημένα την τηλεόραση, πετάχτηκε πάνω άρπαξε το μπαστούνι του και κίνησε απειλητικά πάνω της.

-Τι εννοείς της φώναξε θυμωμένα. Αν περάσεις αυτό το κατώφλι με την βαλίτσα σου, η πόρτα αυτή για σένα δεν θα ξανανοίξει.

-Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις η σου στριψε.Σου το είπα ξεκάθαρα , φεύγω και δεν θα ξανάρθω.

Δεν πρόλαβε να πει άλλη κουβέντα, σωριάστηκε στην πολυθρόνα του σαν σακί με πατάτες.
Του  ‘ριξε μια τελευταία ματιά .Θα φροντίσει να μη τον ξαναδεί, αρκετά της ήπιε το ζουμί.

Φεύγοντας κατευθυνόμενη προς την αυλόπορτα, τελευταίο σημείο αναφοράς του σπιτιού , ένιωσε μια γλωσσίτσα στο χέρι της . Τότε συνειδητοποίησε ότι παραλίγο θα ξεχνούσε, ότι καλύτερο είχε αυτό το σπίτι. Γύρισε τον αγκάλιασε τον σκυλάκο της και ξέσπασε σε κλάματα.

Μαζί καλέ μου, μαζί.

Σηκώθηκε πήρε την βαλίτσα της και του λουράκι του σκύλου της και αποχαιρέτησε με μία τελευταία ματιά το σπίτι 35 χρόνων ζωής. 

Σε αυτή την τελευταία κίνηση το βλέμμα της έπεσε  στα παντζούρια του δωματίου της. Για πρώτη φορά ήταν ερμειτικά κλειστά.



"35 χρόνια ζωής ,β' εκδοχή"


φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Τον περίμενε με αγωνία να γυρίσει, πέρασε η ώρα έπρεπε να ήταν εδώ . Κάθε τόσο κοιτούσε πίσω απ’ την κουρτίνα του παραθύρου, μήπως τον δει στην αυλόπορτα να εμφανίζεται. Πήρε το πλεκτό της αλλά οι βελονιές περπατούσαν λάθος, έπλεκε το ξήλωνε. 

Πολύ ώρα πρίν  είχε βάλει να  βράσουν τα φασόλια , έκανε ψοφό κρυο σήμερα. Το τζάκι το είχε αναμμένο απ’ το πρωί, να ‘ρθει και να βρει ζεστασιά. Του άρεζε να κάθεται εκεί μπροστά με την σκυλίτσα στα πόδια του,να διαβάζει την εφημερίδα του η τα βιβλία του. Η γάτα όσες φορές νιαούριζε , την έπαιρνε αγκαλιά και χωνόταν αυτή κάτω απ’ την κουβέρτα. Τα ‘βρισκαν τα ζωντανά μεταξύ τους. Καμιά φορά όταν η γάτα έκανε ζαβολιές κι έτρωγε απ’ το φαί της σκυλίτσας, εκείνη γρύλιζε και το παρατούσε. Το βράδυ χωνόντουσαν και τα δύο στα πόδια τους, κάτω απ’ τα σκεπάσματα χωρίς να τους ενοχλούν. Το πρωί έβρισκε την γατούλα να τον χαϊδεύει στο πρόσωπο μέχρι να ξυπνήσει κι έτσι σκαρφαλωμένη πάνω του τον συνόδευε στην τουαλέτα.

Κλείσανε 35 χρόνια μαζί , δεν ευτύχησαν να κάνουν παιδιά,  είχε περάσει μικρός παραμαγούλες.  Τιμούσε τον γάμο τους, δεν άφηνε να του λείψει τίποτε. Αυτός πάντα μαζί της, σχολούσε απ’ την δουλειά κατευθείαν στο σπίτι, καφενείο δεν πήγαινε , αλλά το θεατράκι το αγαπούσανε και οι δύο. Δεν άφηναν παράσταση να περάσει απ’ την πόλη που να μη την έχουν δει. Όταν άρχιζαν οι καλοκαιρινές περιοδείες ήταν η καλύτερη τους. Έβγαζαν πρόγραμμα για να μη χάσουν καμία παράσταση η συναυλία. Με μια ελαφριά ζακετούλα στο χέρι, τα πόπ κόρν που αγόραζαν έξω απ’ το θέατρο αλλά φρόντιζαν να τα ευχαριστηθούν πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα, τα απαραίτητα μαξιλαράκια τους, ήταν το μεγαλείο τους.

Το κουδούνι της πόρτας που χτύπησε την έβγαλε απ’ τις σκέψεις της. Παραξενεύτηκε , φαίνεται έχασε τα κλειδιά του, σκέφθηκε. Πλησίασε διστακτικά , ρώτησε ποιος είναι, η φωνή που απάντησε της φάνηκε γνώριμη. Ήταν το κορίτσι της γειτόνισσας που δούλευε τις ελεύθερες ώρες της σε ταχυμεταφορές. Με το χαμόγελο στο πρόσωπο της παρέδωσε ένα φάκελο. Υπέγραψε βιαστικά, η κοπέλα έφυγε κι αυτή δεν μπήκε κάν μέσα στο σπίτι .

Με τρεμάμενα χέρια τον άνοιξε , η αγωνία της στα ύψη . Μέσα στο φάκελο είχε μια επιστολή . Τον άνοιξε γρήγορα και  διάβασε το σημείωμα.

"Αγαπημένη μου, σήμερα δεν ήρθα στο σπίτι όπως περίμενες. Σε μισή ώρα θα σε περιμένει ένα ταξί στην πόρτα. Να το πάρεις, αυτό θα σε φέρει σε μένα . Θα σε περιμένω."

Της έπεσε ο φάκελος απ’ τα χέρια ενώ έψαχνε ένα κάθισμα για να ακουμπήσει, φοβήθηκε ότι θα σωριαστεί κάτω. Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκε είναι, αν τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων του ήταν καλά. 



"το φως "




Ήμουν αφηρημένος εκείνη την ώρα, κοιτούσα χαμένα το ρολόι τοίχου απέναντι στο νεοκλασικό κτίριο. Ήταν ώρα 5 το απόγευμα, ο ήλιος τον χειμώνα δύει σχεδόν εκείνη την ώρα , η κίνηση αρκετά αυξημένη καθώς σχολάνε απ’ τις δουλειές τους.

 Το βλέμμα μου ταξίδεψε φεύγοντας απ’ το ρολόι και κάθισε πάνω σ’ ένα πρεβάζι παραθύρου. Εκεί συνάντησε ένα κάτασπρο περιστέρι. Δεν σταμάτησε με το ράμφος του να τσιμπολογάει παντού πάνω του, να ξεψειρίζετε είχα ακούσει να λέει ο πατέρας μου. Δεν ξέρω τι μου φάνηκε περίεργο, πάντως δεν ξεκόλλησα απ’ την εικόνα αυτή. Κάποια στιγμή το περιστέρι σταμάτησε ξαφνικά ότι έκανε κι πέταξε τρομαγμένο. 

Το παράθυρο άνοιξε μετά βίας, διέκρινα ένα χέρι να πιάνεται απ’ το πρεβάζι και να σέρνει το σώμα ενός άνδρα έξω. Η κίνηση του μου φάνηκε περίεργη. Απ’ την αρχή που είδα την σκηνή, ήμουνα βέβαιος ότι δεν βγήκε για να καθαρίσει το παράθυρο εκείνη την ώρα. Αρχικά στάθηκε στα γόνατα, μετά έπιασε με τα δυο του χέρια τον τοίχο στα πλευρά του παραθύρου και πρόβαλε το σώμα του όρθιο. Ήταν νέος ψηλός με σκούρα μαλλιά .Δεν φορούσε ένα ζεστό ρούχο, ήταν μόνο με το φανελάκι του. Είμαι βέβαιος ότι φαινόταν ιδρωμένος η βρεγμένος ενώ δεν φορούσε ούτε πανταλόνι , νομίζω ότι ήταν με το εσώρουχο. 

Φανερά πλέον ταραγμένος, με ένα αφηρημένο βλέμμα να κοιτά δεξιά αριστερά, άπλωσε τα χέρια του ψηλά στον ουρανό σαν να εκλιπαρούσε βοήθεια και απότομα βρέθηκε στο κενό. Η εικόνα του την ώρα που έπεφτε με τα ξαφνιασμένα πουλιά να σηκώνονται ξαφνικά στον αέρα γύρω του, θα μου μείνει καρφωμένη για πάντα.Ήταν σαν να σχηματίστηκε ένα στεφάνι γύρω του.Τα πουλιά με την σκόνη που σήκωσαν, σαν να σκεπάστηκαν με ένα σύννεφο.

Τα ερωτήματα πολλά, οι απαντήσεις προς το παρόν ελάχιστες. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος .Άλλοι έτρεχαν βιαστικά προς τα εκεί, άλλοι έφευγαν τρομαγμένοι, σε λίγο άρχισαν να ακούγονται σειρήνες από το ασθενοφόρο και τα αστυνομικά αυτοκίνητα. 

Καθώς παρατηρούσα την οχλαγωγία αυτή ,πρόσεξα μία κοπέλλα , να βρίσκεται στην γωνία κάτω από ένα δένδρο και να παρατηρεί κλαίγοντας τα συμβαίνοντα. Την πλησίασα διακριτικά χωρίς ν'αντιληφθεί την παρουσία μου.Ανάμεσα στο κλάμα της, την  άκουσα να σιγομουρμουρίζει.


 «ήθελε απελπισμένα να αγκαλιάσει το φως» 


"ο έρωτας κι η θάλασσα"


φωτογραφία Βασίλης Σαλελλαρίδης


Όταν ο έρωτας αναζητεί το όνειρο, δεν φθάνει μόνο να το νιώθεις, χρειάζεσαι εικόνες για να του δίνεις ζωή. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν οι νέοι κουρνιάζουν μέσα στην σιγαλιά της μέρας, για να ανιχνεύσουν τα μυστήρια της θάλασσας.

Θάλασσα,γυναίκα μυστήρια, πλανεύτρα, έλκει, ξελογιάζει κι αν μπλέξεις στα πόδια της είναι βέβαιο ότι μπερδεμένος θα βγεις. Αντίθετα ο έρωτας είναι άντρας σκληροτράχηλος, άγριος, σε παίρνει στα σωθικά του σαν ανεμοστρόβιλος και σε στέλνει στον άπατο μέχρι να βρεθείς σε στέρεο έδαφος.

Έτσι δένουν τα δυο τους ο έρωτας με την θάλασσα. Μπερδεύονται μέσα στα όνειρα κι ανακατεύουν μέσα στα κύματα τρελά αισθήματα. Δεν έχει υπολογισμούς ούτε σκοπιμότητες, η αλήθεια είναι η πυξίδα τους κι ο χρόνος ο εχθρός τους. Κι αν έρθει αντάρα θα δείξει αν υπάρχουν αντοχές. 

Ας είναι, είναι όμορφα να ρομαντζάρεις στην θάλασσα, κι αν τα θαλασσοπούλια αφήσουν την κοτσουλιά τους, τότε θα έχεις τύχη στο όνειρο .Βάζεις εμπρός την μηχανή και ακολουθείς το θαύμα.


"Στο κουπέ 21"

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος


Ο Νικόλας πάτησε γερά με το δεξί στην αποβάθρα. Μάζεψε το σακίδιο του από κάτω, έριξε στους ώμους του το σακάκι  και προχώρησε γρήγορα για να προλάβει το τρένο. ΄Ήταν 12 ακριβώς, είχε μπροστά του 5 λεπτά . Δεν ήταν μακριά, δεν θα χρειαζότανε να κάνει μεγάλη προσπάθεια. Το ταξίδι του με το καράβι ήταν κουραστικό, αλλά σε δύο ώρες θα ‘φθανε στο πατρικό του. Εκεί θα κατάφερνε να ισιώσει το κορμί του, με αρκετές ώρες ύπνου. Το ψάρεμα στο πέλαγος δεν είναι εύκολη υπόθεση, έχει πολύ ξενύχτι ενώ τελευταία και τα λεφτά γίνανε λίγα. Ο καπετάνιος κάνει μεγάλες προσπάθειες για να φανεί δίκαιος, αλλά οι ψαριές τους δεν ήταν καλές. Τον αγαπούσε τον Νικόλα, τον είχε σαν γιο του. Τον πήρε κοντά του από παιδί και τον έφτασε άντρα.


Το τρένο ήρθε στην ώρα του, πέταξε το σακίδιο του στο κάθισμα και άραξε δίπλα βάζοντας το πόδια του απέναντι. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε μια παρουσία από πάνω του να τον περιεργάζεται. Μαζεύτηκε γρήγορα νιώθοντας άσχημα, ενώ τα μάτια του αντάμωσαν τα δικά της. Ήταν μελαχρινή με κοντά μαλλιά κομμένα αγορέ, τα μάτια της ήταν πράσινα, ενώ το βλέμμα της άστραφτε κεραυνούς. Φορούσε ένα κολλητό τζίν και ένα πουκάμισο που άφηνε το στήθος της να δείχνει προκλητικό. Ένιωσε αμήχανα αν και ήταν μαθημένος στα ταξίδια του από υπέροχες υπάρξεις. Εκεί ξόδευε τα λεφτά του κι όταν πήγαινε στον καπετάνιο για να πάρει πρόσθετα, εκείνος τον απόπαιρνε λέγοντας του ότι δεν θα βάλει μυαλό ποτέ.


Ανασηκώθηκε, μάζεψε γρήγορα τον σάκο του απ’ το διπλανό κάθισμα και προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει να τακτοποιήσει τα πράγματα της. Της συστήθηκε κι αυτή του έδωσε το δικό της, Αντιγόνη. Πήγαινε στο χωριό της μάνας της να γνωρίσει τον τόπο της. Οι δικοί της χάθηκαν πρόωρα κι αυτή αποφάσισε να ψάξει τα ίχνη τους. Ένα μοιραίο αεροπορικό δυστύχημα την άφησε ορφανή σε ηλικία 5 χρόνων. Οι εικόνες της από το χωριό είναι ελάχιστες .Κάποιες φωτογραφίες σε άλμπουμ, την βοήθησαν να ζωγραφίσει ότι της έλειπε.


Ο Νικόλας το ένιωσε ήταν η μοιραία γυναίκα, που του ‘λεγε ο καπετάνιος ότι θα συναντήσει κάποια μέρα. Η ομιλία της, η στάση της, το χαμόγελο της, τον είχαν αιχμαλωτίσει. Η Αντιγόνη δεν σταμάτησε να μιλά σε όλη την διαδρομή και ο Νικόλας έκανε σχέδια στο μυαλό του για να μη χάσει αυτή την φωνή για όλη του την ζωή. Περίεργο, πώς γίνεται να συναντήσεις κάποιον για λίγο και να σχεδιάσεις την ζωή σου μαζί του. Ένιωσε να μαθαίνει κολύμπι σε άγνωστα νερά, να κολυμπάει χωρίς σωσίβιο σε βαθιές θάλασσες.



Από το μεγάφωνο άκουσε το όνομα του σταθμού του, σε λίγο θα κατέβαινε από το τρένο . Η Αντιγόνη έμεινε στον κουπέ 21 στην σελίδα που τσάκισε στο βιβλίο του. Ο καπετάνιος του είχε δίκαιο όταν του ‘λεγε < θα το καταλάβεις όταν την βρεις και τότε κοίταξε να μη την χάσεις>.


Στον σταθμό  τον περίμενε το αδέσποτο σκυλί, να τον συνοδέψει μέχρι το σπίτι. Θα έμενε μαζί του  μέχρι που θα ερχότανε η ώρα να μπαρκάρει. Την φώναζε με το όνομα  Αντιγόνη. 




"Μέρα γενεθλίων εκδοχή Α΄"




φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



Σήμερα η μέρα επεφύλασσε εκπλήξεις . Αγαπημένα πρόσωπα είχαν γενέθλια .Η μέρα αυτή όταν έρχεται, είτε για μένα είτε για τους φίλους μου, προσθέτει στεναχώρια.Δεν είναι γιατί φορτώνεται ένας χρόνος,αυτό δεν έχει καμία σημασία. Είναι ο απολογισμός που κάνεις μέσα σου για να βρείς τις διαδρομές σου. Αυτές περιλαμβάνουν όνειρα, σχέδια ,αγωνίες, συγκρούσεις, αναποδιές. Το χειρότερο απ’ όλα είναι όταν διαπιστώνεις ότι ο χρόνος πέρασε χωρίς ν’αφήσει τίποτες. Οι σχέσεις σου περπάτησαν πάνω στο σχοινί και το κοντάρι που κρατούσες όλο κόνταινε, όλο μίκραινε.

Ο άντρας της Κικής ήταν θηρίο ανήμερο , δεν μέρευε με τίποτες. Την αγαπούσε δεν λέω, αλλά με τον δικό του τρόπο .Έτσι τουλάχιστον της έλεγε, όταν τον κανάκευε για να τον ηρεμήσει. Της φόρτωνε δώρα, χρήματα είχαν πολλά ,καμία στέρηση. Ήταν όμως αρκετό; Έφθανε αυτή η αγάπη και ο τρόπος της εκδήλωσης της; Το σκεφτόταν και το ξανασκεφτόταν.Το γυρνούσε απ’ εδώ το πιανε απ’ εκεί. 

Δεν την άφησε να πιάσει δουλειά, να μεγαλώσεις τα παιδιά της έλεγε. ΚΙ εκείνη πλάνταγε στο κλάμα όταν βρισκόταν μόνη .Μήπως μόνη δεν ήταν πάντα. Επιχειρηματίας αυτός, σκοτούρες πολλές, άγχος προβλήματα, ξεχνούσε τα δικά τους. Είχε την εντύπωση ότι με το χρήμα θα της έδινε αγάπη, θα υποκαθιστούσε την απουσία του. Αυτή ένα χάδι χρειαζόταν, μια αγκαλιά, ένα καλό λόγο μια αναγνώριση.Πόσες φορές δεν συμφώνησαν να πάνε κάπου μαζί και την τελευταία στιγμή το ακύρωνε.Πόσα ταξίδια, παραστάσεις, προβολές, πήραν την αναβολή τους. 

 Το πτυχίο της το έκανε κορνίζα και το’ βαλε επιδεικτικά στην είσοδο της πόρτας πρώτη θέση για να τον πικάρει. Στην αρχή του κακοφάνηκε, του φάνηκε περίεργο να μη βάλει κάτι δικό τους. Μετά το συνήθισε, όπως και την παρουσία της. Είτε του μιλούσε είτε όχι. το ίδιο πράγμα. Ερχότανε συνήθως αργά το βράδυ, του ‘βαζε να φάει πάντα με την απαραίτητη συνοδεία καυτερού και το ποτήρι το κρασί , ένα ρέψιμο να δένει με την περίσταση και μετά ο καναπές με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι για τηλεόραση. Το χαζοκούτι πήρε την θέση της.Τηλεόραση στο σαλόνι, στην κουζίνα , στην κρεβατοκάμαρα ακόμη και στην τουαλέτα. Όχι αυτός δεν κουβαλούσε περιοδικά η κανένα βιβλίο στον ναό του χεσίματος αλλά ήθελε τηλεόραση για να μη χάνει τα στιγμιότυπα.

Απ’ εδώ το ‘χε από εκεί το πήγε, του το ξεφούρνισε το μυστικό σήμερα που ‘χε τα γενέθλια του . Κάθε χρόνο μάζευε τους κολητούς του, που ούτε κάν τους ήξερε η ίδια, για να τους τραπεζώνει. Ψοφούσε στις ετοιμασίες. Φαγιά , σαλάτες,γλυκά , φρούτα, ποτά και ότι άλλο προς τέρψιν και ευχαρίστηση.

Την είδε να τον περιμένει καλοντυμένη στην πόρτα με το κλειδί του αυτοκινήτου της στο χέρι, να του δίνει την ανθοδέσμη του για τα γενέθλια του όπως έκανε κάθε χρόνο, αυτή την φορά χωρίς φιλί.

Μιχάλη μου φεύγω . Α, μη με ψάξεις , πήρα την άδεια μου για 10 μέρες, είναι το ταξίδι που το αναβάλουμε κάθε χρόνο. 

«Η εκδίκηση είναι γλυκιά, ιδιαίτερα στις γυναίκες.»


Λόρδος Βύρων



"Μέρα γενεθλίων εκδοχή Β'"

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



Ο Αντώνης ήταν ανυποχώρητος ,επέμενε να πάνε διακοπές στην Τήνο . Η Ελένη ήθελε στο Ναύπλιο, ήταν ο τόπος καταγωγής της, πεθύμησε την πατρίδα της . Έτσι έλεγε κι αυτός τόσο φουρκιζότανε περισσότερο.

-Τι θέλεις μωρέ στης μάνας σου. Δεν βαρέθηκες τα πήγαινε έλα και τις διακοπές μας εκεί θα τις ξοδέψουμε;
-Άκου να σου πω,  του ανταπέδιδε εκείνη ,θέλεις σώνει και καλά να πας στην Τήνο επειδή σου το ΄πε η μάνα σου. Όχι δεν θα περάσει το δικό της.

Κουβέντα ο ένας, λόγια ο άλλος, η υπόθεση έφτασε στα μαχαίρια . Οι διακοπές πήραν την αναβολή τους , η Ελένη κλείστηκε στο δωμάτιο της να κλαίει κι εκείνος βρόντηξε την πόρτα φεύγοντας.

Την αγαπούσε, είχαν γνωριστεί στην Νομική όταν ήταν φοιτητές και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τελευταία την συμπεριφορά της. Κάθε τόσο προφασιζότανε ότι έχει κάποια δουλειά και πεταγότανε στο Ναύπλιο. Στην αρχή δεν του μπήκανε ψήλοι στ’ αυτιά, θεώρησε ότι πεθύμησε την μάνα της, είχαν και κάποιες εκκρεμότητες με τα κληρονομικά για να τακτοποιήσουν.

Τα ταξίδια όμως δεν είχαν τέλος. Το κάθε μήνα έγινε κάθε εβδομάδα και τώρα προστέθηκαν  οι διακοπές. Είχαν να έρθουν σε επαφή μήνες, όλο κάτι προφασιζότανε, όλο κάτι της πονούσε. Το ενιαίο κρεβάτι έγινε ο καθένας το κρεβάτι του και το ίδιο δωμάτιο ο καθένας το δικό του. Τα παιδιά ήταν μικρά ακόμη δεν καταλάβαιναν.

Στην  δουλειά της έτρωγε πολλές ώρες, τα δικαστήρια ήταν κουραστική υπόθεση και η επιστροφή της στο σπίτι κουβαλούσε τις σκοτούρες της. Οι υποθέσεις που δίκαζε μεταφερόντουσαν στο σπίτι και γινόντουσαν αφορμή για σκηνικό. Μέχρι που κάποιο περίεργο τηλέφωνο και η αντίδραση της του έβαλαν υποψίες.

Είχε πληροφορηθεί για τον νέο συνάδελφο της, αναφερότανε πολλές φορές σ’αυτόν στην αρχή, ενώ τελευταία δεν αναφέρεται καθόλου. Ήταν πατριώτης της, συμμαθητής της στα γυμνασιακά χρόνια. Υπήρξε μια φιλία μεταξύ τους αλλά τίποτε παραπάνω, όπως του εξήγησε κάποτε.


Σήμερα είχε τα γενέθλια της. Το δώρο της το άφησε στο μαξιλάρι της .Ήταν ένα εισιτήριο για διακοπές στην Ρόδο , φαίνεται δεν το πρόσεξε καθόλου.  Την ώρα που βάδιζε νευρικά μέσα στις σκέψεις και τις αμφιβολίες του, άκουσε το τηλέφωνο του να χτυπά.

Ήταν η Ελένη , η φωνή της ακούστηκε γλυκιά και χαρούμενη, του θύμισε το πρώτο τους τηλεφώνημα.Εκείνη όταν έκλεισε το τηλέφωνο, κρατούσε με λαχτάρα  τον φάκελο με το δώρο του  και στο στηθος της τα αποτελέσματα των εργαστηριακών  της εξετάσεων.



"ανατροπή"

φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Κλειστά τα παραθύρια ,φευγάτοι όλοι, για πού; Για το πουθενά . Εκεί που όταν φθάσεις δεν θα έχει αφετηρία.
Αυτό με τρομάζει όταν δεν μπορώ να διορθώσω τα λάθη μου. Πως είναι δυνατό να τραβάς για κάπου  χωρίς επιστροφή .Μου είναι αδιανόητο.

Ξεκίνησα σήμερα να πάρω το μικρό σκάφος να κάνω ιστιοπλοία μετά από πολλά χρόνια. Όταν μπήκα στην αποθήκη απελπίστικα. Ευτυχώς όμως είχε φροντίσει ο πατέρας να τακτοποιήσει τα πανιά, να πλύνει το σκάφος από τις αλμύρες του την τελευταία φορά , γενικά να κάνει ότι χρειάζεται για να αποθηκευθεί χωρίς πρόβλημα.
Τον θυμήθηκα, που μου έλεγε να φροντίζω όλα να είναι  στην εν τέλεια χωρίς πρόβλημα. Τα ράουλα,τα σχοινιά τα πανιά το σκάφος όλα.

Ο αέρας ήταν ευνοϊκός για να πάω όρτσα ,μια πλεύση που της έχω αδυναμία. Χωρίς καθυστέρηση ετοίμασα το σκάφος το έριξα στην θάλασσα με μικρή δυσκολία. Σε λίγο ταξίδευα για να βρω τον εαυτόν μου, ταξίδευα στο πουθενά, χωρίς ταυτότητα,χωρίς προορισμό. Το μικρό πλεούμενο πάλευε με τα κύματα σχίζοντας τα ένα- ένα . Όταν ήθελα ν’αλλαξω κατεύθυνση έκανα τακ και πάλι απ’ την αρχή.

-Να το ακούστηκε μια φωνή από μέσα μου, το πες
-Τι είπα μωρέ άσε με ήσυχο να μη βρεθώ στην θάλασσα
-Όχι μη το αρνείσαι ,τώρα ακριβώς πριν από ένα λεπτό το ‘πες «πάλι απ’ την αρχή».Αναιρείς την συμφωνία μας , είχαμε πει ποτέ ξανά από την αρχή.
-Έχεις δίκαιο  έτσι συμφωνήσαμε αλλά ο λόγος που το λέει. Πώς να το πω εφόσον κάνω τάκ και πρέπει ν’αλλάξω πλευρά.
-Έλα μη δικαιολογείσαι, ποτέ απ’ την αρχή να μη το ξανακούσω
-Έγινε

Ο καιρός κρατούσε και γω τραβούσα όλο και πιο μέσα. Είχε την απογευματινή μπουκαδούρα, το νερό μου δρόσιζε το πρόσωπο κάθε φορά που το κύμα άφηνε τ’αποτύπωμα του πάνω μου. Μου άρεζε , αυτή η αίσθηση με παρέσυρε, με οδηγούσε χωρίς έλεγχο στο άγνωστο κι εγώ παθιαζόμουνα.

Τα εφόδια που πήρα μαζί μου ήταν αρκετά για λίγες μέρες.Την γυναίκα μου την άφησα να κοιμάται μετά από τον άγριο καυγά μας. Αυτή γύρισε πλευρό κι εγώ τα μάζεψα για το δικό μου κόσμο. 

Αν έπιανε το βραδάκι θα άραζα στην πρώτη ακτή. Είχα φροντίσει να έχω μαζί μου τον υπνόσακο και την μικρή σκηνούλα. Το ψάρεμα δεν μου άρεζε αλλά ήταν αναγκαίο, αν ήθελα να κρατήσω για λίγο την περιπέτεια πριν από το μοιραίο τέλος.

-Να το πάλι το πες. Ακούστηκε πάλι η φωνή. Συμφωνήσαμε να μη μιλάμε για αρχή και τέλος δεν υπάρχουν αυτές οι λέξεις στο λεξιλόγιο μας.
-Άρχισες να μου την δίνεις στα νεύρα
-Νεύρα ξενεύρα, συμφωνία έγινε;
-Έγινε.

Στην πορεία άρχισε ο καιρός ν’ αγριεύει . Δεν ήμουν ακόμη προετοιμασμένος για το αιφνίδιο αποτέλεσμα. Τα ανύπαρκτα σχεδόν σχέδια μου άρχισαν ν’ ανατρέπονται. Όσο πήγαινε η ώρα τόσο έχανα τον καιρό από σύμμαχο. Ήμουνα βέβαιος ότι η νύχτα θα με έβρισκε στην θάλασσα και η πλησιέστερη ακτή ήταν μακριά.

Μαθημένος στα δύσκολα δεν πανικοβλήθηκα αλλά δεν έβρισκα και λύση. Το να παλεύω με τα κύματα δεν βοηθούσε σε τίποτα, χρειαζόμουνα άμεσα να συγκεντρωθώ να επικαλεστώ τον χάρτη μου για να υπολογίσω τον χρόνο που θα χρειαστώ για την πλησιέστερη ακτή. Ήμουνα βέβαιος ότι το σκαφάκι μου δεν θα τα κατάφερνε. Τα κύματα αγρίεψαν, οι αντοχές μου άρχισαν να χάνονται, σχέδιο δεν υπήρχε.

Για αρκετή ώρα ταξίδευα χαμένος κυριολεκτικά στον κόσμο μου, λες και δεν συνέβαινε τίποτε. Ήρθαν πάλι μπροστά μου τα σκηνικά του μαλώματος με την γυναίκα μου. Μια ερχόντουσαν μια έφευγαν. Προσπαθούσα να καταλάβω πως βρέθηκα ν'απολογούμαι, για κάτι που δεν έκανα ενώ ήταν στην φανταστία της. Το απελπιστικό ήταν ότι δεν με πίστευε και τα στοιχεία ήταν όλα εναντίον μου. Πως τα κατάφερα γαμώτο μου; 

Χαμένος στις σκέψεις μου ούτε καν πρόσεξα ότι με πλησίαζε ένα σκάφος, παρά μόνο όταν άκουσα το ηχητικό του.Επιστράτευσα την υπομονή μου, ανασκουμπώθηκα και γύρισα το σκάφος προς τα εκεί προκειμένου να μειώσω την απόσταση. Με άμεσο κίνδυνο , ταξίδευα επιδιώκοντας να είμαι στην γραμμή πλεύσης του ερχόμενου σκάφους. Είχα την αμυδρή ελπίδα ότι διέκριναν το πανί μου και προσέρχονταν  σε βοήθεια. Ήταν φανερό ότι το κύμα με δυσκόλευε περισσότερο στην πλεύση μου, ενώ κινδύνευα να βρεθώ ανά πάσα στιγμή στην θάλασσα.

Μεγάλη ήταν η ανακούφιση μου όταν άκουσα να με καλούν με το όνομα μου την ώρα που επιτέλους  με πλησίαζαν και τον πατέρα μου στην πλώρη να χειρονομεί με αγωνία.

Είχαν αναστατωθεί οι πάντες όταν διαπίστωσαν ότι έλειπε το μικρό σκάφος. Για τον καιρό πήραν σήμα ότι θα επιδεινωνόταν και κάλεσαν σε βοήθεια το λιμενικό.


Οι συμφωνίες με την εσωτερική φωνή ανατράπηκαν, υπήρχε νέο ξεκίνημα και το τέλος μετατοπίστηκε χρονικά. Η γυναίκα μου με περίμενε με την κοιλιά στο στόμα, έτοιμη να γεννήσει πρόωρα από την αγωνία της. Η μικρή μου κόρη κρατούσε σφιχτά το χέρι της μάνας της, ενώ τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω μου.Περίμενε ένα νεύμα μου κι εγώ το δικό τους χαμόγελο.

"το φως που περίμενα"





Περίμενα να ‘ρθει το φως να μ’ευλογήσει.Προσπέρασε όμως δεν στάθηκε διόλου να με αγκαλιάσει,απέφυγε την προσοχή μου .

 Πρόσεξα την διαδρομή του με περιέργεια . Πέρασε απέναντι, μπήκε απ’ το παραθύρι κι ακούμπησε τους μικρούς σκελετωμένους ώμους του μικρού τρελού. Ήταν ο καμπούρης που φύλαγε έξω απ’ την πόρτα, να πιάσει το ξεροκόματο που του πετούσαν πριν απ’ το σκυλί. Ήξερε ότι αν το πιανε το σκυλί, δεν θα το μοιραζότανε. Πεινούσαν το ίδιο αλλά ερχότανε το κακόμοιρο και τον ζέστανε τα παγωμένα βράδυα, εκεί στο ξωκλήσι που βρήκαν θαλπωρή. 

Το παιρνε το ξεροκόματο και το μοίραζε δίκαια στα ίσα, να μη μείνει κανείς παραπονεμένος. Είχε την γούρνα να μαζεύει νερό τις άνομβρες μέρες, να φθάσει γι’αυτόν, να δώσει και στο σκυλί. Δεν του ‘δωσε όνομα, σκυλί τ’ ανέβαζε σκυλί το κατέβαζε. Κι όταν τον ρωτούσε κανείς απο περιέργεια,  απαντούσε με σοφία    
" α!! ο καθένας στον ρόλο του".

Έκαμε κρύο εκείνη την μέρα και το φως απ’ το παραθύρι του ζέστανε τις πλάτες, γύριζε και το στήθος, του φθανε .Κούρνιαζε και το σκυλί στα πόδια του να πάρει θαλπωρή και να δώσει ζεστασιά! 
Πως το περιμένει! Ποιον ν'αρνηθεί το φως! Την θλίψη η την μοναξιά!




ΕΛΕΙΩΣΑΜΕ"





-Σου το ‘πα και στο ξαναλέω .Αν τολμήσεις να περάσεις αυτή την πόρτα θα την φας στα μούτρα.
-Μα καλή μου λάθος κατάλαβες, δεν έγινε τίποτε, ένα ποτάκι παραπάνω.
-Τι θα πει παραπάνω, σε περίμενα να πάμε στο θέατρο και συ τα τζουζες στο μπαράκι, βρέ δεν πας να γ..
-Με τον Κώστα ήμουνα, είχε προβλήματα τι να κάνω να τον αφήσω ξέμπαρκο;
-Και τα δικά μας προβλήματα έχασαν  λιμάνι, θαλασσοπνίγονται στο πέλαγος, το πήρες χαμπάρι;
-Μα…
-Δεν έχει μα και ξε μα, τελεία και παύλα.
-Να δώσουμε μια υπόσχεση αμοιβαία καλή μου, εγώ θα την τηρήσω.

-Εσύ ; εσύ δεν έκοψες την μαλακία στα 50 σου και μου δίνεις υπόσχεση και λόγο. Σε πια τιμή αναφέρεσαι, αυτή που ταξιδεύει μεσοπέλαγα;
-Όχι καλή μου, σου μιλώ για το πρόγραμμα μας, για τις επιθυμίες μας, τις ανάγκες μας, τα θέλω μας, τα έτσι και τα αλλιώς.
-Τα έτσι και τα αλλιώς να τα πάρεις υπό μάλης με τα μπαγκάζια σου και να μου αδειάζεις την γωνιά. Αν δεν το κατάλαβες σου το λέω φωναχτά.

ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ


"η τελευταία μου έκπληξη" 




Καθώς βάδιζα αμέριμνος μόλις έπεσε το φως της μέρας ,σε μια απογευματινή βόλτα με τα σκυλιά μου , σκόνταψα πάνω σε μια πέτρα. Εκείνη την στιγμή έβρισα δυνατά γιατί σακάτεψα το γόνατο μου .Την ίδια στιγμή  όμως το ξανασκέφθηκα .Τι ήθελε αυτή η πέτρα στο δρόμο μου ; Έσκυψα την πήρα στα χέρια μου σαν να ήταν κάποιο δώρο και την ακούμπησα με προσοχή στην άκρη του δρόμου, λες και ήταν γυαλί που θα ‘σπαγε.

Μέχρι εκείνη την ώρα δεν πρόσεξα ότι ένα διακριτικό βλέμμα ήταν πάνω μου και με παρατηρούσε. Σήκωσα το κεφάλι σαν να με ενοχλούσε κάτι κι έπεσε η ματιά μου πάνω της. Στο μπαλκόνι του σπιτιού ήταν μια κοπέλα, καθισμένη αναπαυτικά στην πολυθρόνα της με ένα βιβλίο στο χέρι . Το καπέλο που φορούσε της έδινε χάρη ενώ τα μεγάλα γυαλιά έκρυβαν στην ουσία το πρόσωπο της. Αμήχανα σήκωσα το χέρι μου και χαιρέτησα, ενώ αυτή μου ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα γλυκό χαμόγελο.

Δεν έμεινα άλλο εκεί , η αλήθεια είναι ότι ένιωσα άβολα . Αυτή η πέτρα μ’ έκανε ρεζίλι .Μ’ αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις συνέχισα την βόλτα μου , τα σκυλιά δεν συγκρατιόντουσαν άλλο. Ήταν μια καλή δικαιολογία για ν’ απομακρυνθώ βιαστικά από το σημείο των εκπλήξεων μου.

Το πρωί της επόμενης μέρας  με περίμενε μια νέα έκπληξη. Καθώς περίμενα στην στάση του λεωφορείου ,την είδα εκεί . Δεν ήταν μόνη, την συνόδευε μια κυρία, ενώ αυτή καθότανε κάπου .Ο κόσμος που περίμενε ήταν πολύς και δεν είχα αρκετή ορατότητα. Χαιρετηθήκαμε με ένα νεύμα, το χαμόγελο της ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της. Όταν πλησίασε στην στάση το λεωφορείο, διέκρινα ότι  η κυρία που την συνόδευε έσπρωχνε ένα καρότσι με την κοπέλα του χθεσινού απογεύματος. Την βοήθησε να ανέβει από την ειδική ράμπα και αποχαιρέτησε. Οι επιβάτες έδειχναν βιαστικοί, ίσως και αγενείς, δεν περίμεναν η δεν παραμέριζαν για να διευκολύνουν την επιβίβαση της. Τα σχόλια τους ήταν διαφορετικά. Άλλα συμπάθειας ,οίκτου, συμπόνιας, ενώ άλλα  αδιαφορίας και προσβολής.

 Προθυμοποιήθηκα να βοηθήσω. Δεν υπήρχε θέση ειδική για τα αναπηρικά καρότσια, όπως συνηθίζετε σε άλλες χώρες αλλά ούτε και δυνατότητα  να δεθεί με  ζώνη ασφαλείας . Με μπερδεμένα τα αισθήματα νιώθοντας άβολα, μέσα από την σύντομη κουβέντα μας πληροφορήθηκα ότι παρακολουθεί μαθήματα στην ίδια σχολή.  Αυτή η κοπέλα είχε κάτι που με τραβούσε. Νομίζω όμως ότι με φόβιζε η κατάσταση της. Δεν θα ήθελα να συνδεθώ με ένα άτομο που έχει ιδιαίτερα προβλήματα, η ψυχολογία μου ήταν ήδη χάλια. Όσο περνούσε όμως η ώρα τόσο ένιωθα πιο βολικά μαζί της .Η απλότητα της, το χαμόγελο της, τα κοινά ενδιαφέροντα μας, με κρατούσαν κοντά της.

Ήταν η ώρα του μαθήματος κοινωνιολογίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θα παρακολουθούσα για πρώτη φορά .Το είχα επιλέξει σαν έκτακτο μάθημα. Ο καθηγητής ανακοίνωσε ότι θα παρουσιάσει στο μάθημα της ώρας μια ξεχωριστή εργασία που συμμετείχε μια ομάδα φοιτητών. Την ώρα της παρουσίασης άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η φίλη μου.

Η τελευταία μου έκπληξη ήταν, όταν σηκώθηκε από το καρότσι και  πλησίασε στο βήμα για να παρουσιάσει την εργασία της με τα συμπεράσματα της. Εκεί διαπίστωσα ότι το καρότσι, η κοπέλα, η κυρία, αποτελούσαν μέρη εκπαιδευτικά σε σχέση με το πρόγραμμα που συμμετείχαν. Έπρεπε να καταγραφούν τα συμπεράσματα, από την συμπεριφορά των πολιτών απέναντι σε έναν ανάπηρο συμπολίτη τους, στην καθημερινότητα τους.


Η πέτρα  με βάρεσε γερά, ευτυχώς δεν ήταν το κεφάλι!

<αφιερωμένο στους συνανθρώπους μας με αναπηρία.>


"το δικό τους λιμάνι"






"Πιάσανε ακτή, μαζί και τα όνειρα."

Μαντήλια μαζεμένα στην αποβάθρα κουνιόντουσαν ρυθμικά σαν να ΄παιζε μουσική που τα συνόδευε. Τα χέρια πέρα δώθε, άλλοι τα ‘βαζαν μπροστά στα μάτια τους για να τα προστατέψουν από τον ήλιο που τους θάμπωνε. Έκρυβαν μαζί και την συγκίνηση, ντρεπόντουσαν να σκουπίσουν τα δάκρυα της προσμονής, καμιά φορά με την ανάποδη κάνανε κίνηση προς το πρόσωπο.

Κάποιος σκούντησε δυνατά απρόσεκτα αλλά η προσοχή του ήταν τεταμένη και προσηλωμένη στο καράβι, που ‘πιανε αργά και προσεκτικά λιμάνι. Οι ναύτες της αποβάθρας έτοιμοι να πιάσουν τα σχοινιά, που θα τους πετάξουν από το βαπόρι. Ο κόσμος που περίμενε άρχισε να συνωστίζεται επικίνδυνα, μη πέσει κανείς στη θάλασσα. Οι πιο εγκρατείς, προσπαθούσαν να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Τα συναισθήματα όμως δεν συμμαζεύονται, οι άνθρωποι τους είναι , οι δικοί τους που λείπουν χρόνια. Η προσφυγιά μεγάλο μαράζι .

Εκεί ήταν που είδε ο Αλέκος τα μάτια της Δοξούλας και πελάγωσε, έχασε το μυαλό του. Φοβήθηκε ότι θα την χάσει αλλά δεν χάνονται εύκολα αυτά τα μάτια. Ντυμένη στα κόκκινα απο την ομπρέλα της που κρατούσε για τον ήλιο ,το μπουφάν της, το φόρεμα της . Ξεχώριζε ανάμεσα στο πλήθος, είχε διαφορετική εμφάνιση από τους άλλους,έμοιαζε να είναι από ξένο τόπο.

Πλησίασε και προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει. Αυτή τον κοίταξε με απορία, αλλά και με νάζι .Τι βοήθεια θα μπορούσε να της προσφέρει αυτός ο ξερακιανός άντρας. Ίσως να ναι και μικρότερος της. Ο Αλέκος δεν πτοήθηκε, της συστήθηκε ευγενικά και της πήρε ένα  μεγάλο δέμα που ήταν δεμένο σταυρωτά με χοντρό σχοινί.Το κρατούσε με δυσκολία, ενώ με το άλλο χέρι την έπιασε σταθερά για να μη πέσει. Αυτή δέχθηκε την χειρονομία και αφέθηκε, της άρεσε.

Τα μεγάφωνα ανακοίνωναν επίσημα την άφιξη του πλοίου. Ακολούθησαν οδηγίες.
 Ο Αλέκος με την Δοξούλα δεν χρειαζόντουσαν  οδηγίες, τους αρκούσαν οι δικές τους επιθυμίες και προσδοκίες.
Ένα μικρό χέρι χώθηκε στο δικό της, γνώριμο της φάνηκε, γνώριμη και η φωνή της που την αποκάλεσε <μαμά>.Η απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της. Κίνησαν αργά να φύγουν οι τρείς τους  μαζί, για το δικό τους λιμάνι.

Κάθε φορά που θα  ερχότανε ένα καράβι, η Δοξούλα θα ήταν εκεί στην προβλήτα να περιμένει για να υποδεχθεί τους αγαπημένους της. Κάθε φορά ανελλιπώς και κάθε φορά ο Αλέκος με την μικρή Αρετή θα την παίρνουν για να επιστρέψουν στο σπιτικό τους.

Δύσκολη η προσφυγιά, πολλά τα τραύματα που αφήνει πίσω της.

"μια αλλιώτικη προδοσία"



Άνοιξε την πόρτα νευρικά και πετάχτηκε με μιας έξω . Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα, πώς να το χειριστεί δεν ήξερε. Πήρε το πρώτο μονοπάτι που οδηγούσε προς την θάλασσα. Πάντα την ηρεμούσε .

Έβγαλε νωχελικά τα ρούχα της, τα άφησε να ακουμπήσουν μαλακά στην άμμο και κίνησε προς  το φως του φεγγαριού που λαμπύριζε μέσα στα νερά. Άκολούθησε την γραμμή του με αργές κινήσεις, απολαμβάνοντας την δροσιά και το χάδι της . Κατά διαστήματα βουτούσε μέσα για να διακρίνει με το φως τον βυθό.Της άρεζε να παίζει με τα νερά αλλά στο σκοτάδι με το αμυδρό φως του φεγγαριού ήταν διαφορετικά, κάτι πρωτόγνωρο .

 Έτσι ήταν πρωτόγνωρα και τα αισθήματα της , δεν αναγνώριζε τον εαυτό της, πώς να το παλέψει δεν ήξερε . Σκέφτηκε να του το πει αλλά η σκέψη της αυτή αμέσως έσβηνε μέσα της, πάλευε με τα αισθήματα της .
Το βράδυ εκείνο θα έμενε μόνη, εξάλλου τελευταία μόνη είναι, έτσι νιώθει .

 Όταν ακούει τις παντόφλες του να σέρνονται στο πάτωμα είναι τα ποντίκια , όταν ακούει τον βήχα του είναι το σκυλί , όταν της μιλάει είναι η γάτα της που νιαουρίζει .

Όταν σήκωσε τα μάτια της βγαίνοντας από το νερό είδε ότι απομακρύνθηκε αλλά το φως που την έλουζε την μάγευε , δεν ήθελε να γυρίσει πίσω . Προτίμησε  το χάδι του θαλασσινού νερού πάνω της. Της αρέσει να κάνει έρωτα με το κύμα, το αφουγκράζεται , παλεύει στην αγκαλιά του και ερεθίζεται,φθάνει σε κορύφωση αφήνωντας κραυγές να βγαίνουν λυσαλέα από μέσα της .


Είναι διαφορετική η όψη του σπιτιού από μακριά κρύφτηκε από το φως του φεγγαριού , το παράθυρο στο δωμάτιο δεν έχει πλέον φως. Είναι μακριά για να γυρίσει πίσω και νιώθει τόσο γαλήνεια.


"η προδοσία φοράει φιλικό ρούχο"




    <Τόλμα να σκέφτεσαι διαφορετικά> 
Η μάνα της συνήθιζε να έχει στο σπίτι αυτές τις ρώσικες κούκλες μπαμπούσκα .
Είχε παρατηρήσει ότι μία απο αυτές την έβαζε πάντα αντίθετα να κοιτάει. Στην αρχή δεν την παραξένεψε, αλλά όταν επιχείρησε να την αλλάξει κάποια στιγμή, η μάνα της όρμησε μαινόμενη φωνάζοντας να την βάλει αμέσως στην θέση της. 

Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω του, κόντεψε να σπάσει το κρύσταλλο . Ο εκκωφαντικός θόρυβος που έκανε, ξύπνησε τις αναμνήσεις από άλλες  στιγμές.Με τον ίδιο τρόπο η πόρτα έκλεισε, όταν μπήκανε στο σπίτι ενώ την είχε αγκαλιά. Ο ίδιος θόρυβος , η ίδια κίνηση. Πόσο διαφορετικά όμως .

Θυμάται όταν την οδήγησε στο κρεβάτι, της έβγαλε το φόρεμα κατεβάζοντας  το φερμουάρ, είχε προβλέψει η ίδια να είναι απλή κίνηση, ήξερε ότι πάντα τον δυσκόλευαν οι λεπτομέρειες. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, ταίριαζαν με την μουσική που πλημμύριζε το δωμάτιο. Τα λουλούδια στα ανθοδοχεία και άλλα στις γλάστρες άπλωναν το άρωμα τους σ’ όλο το σπίτι. Ο φωτισμός χαμηλός, να ταιριάζει με την περίσταση.

Κράτησε καιρό , το σκηνικό επαναλαμβανόταν τακτικά . Πολλές φορές απορούσε γιατί δεν είχε αλλαγές, γιατί μόνιμα στο ίδιο μοτίβο. Η επανάληψη άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον της και αυτό την ανησυχούσε. Είχε διαβάσει σε πολλά περιοδικά, ότι πρέπει να έχει φαντασία, να προσθέτει αλλαγές, να δημιουργεί εκπλήξεις, κάπου να τον παρασέρνει . Εφ’ όσον αυτός δεν έχει φαντασία ας τον παρασύρει στην δικιά της, σκέφθηκε. Το συζήτησε με την φίλη της που συμφώνησε.Το επιχείρησε, τι να κάνει άρχισε εξάλλου να την κουράζει το σκηνικό. 

Ήταν εκείνο το μοιραίο βράδυ που της μπήκε η ιδέα να φορέσει κάτι πιο ανάλαφρο, να γίνει περισσότερο προκλητική,η μουσική να έχει ένταση, ν΄αλλάξει τον φωτισμό στο δωμάτιο και τα λουλούδια να εξαφανιστούν, άφησε μόνο την ορχιδέα που της άρεζε. 

Παραξενεύτηκε εκείνος με το που μπήκε στο σπίτι, είχε μια ανησυχία ,οι κινήσεις του γίνανε νευρικές,βγήκε θυμωμένος τελικά από το δωμάτιο . Προσπάθησε να της εξηγήσει αλλά εκείνη δεν έβγαζε τίποτα.Μετάνιωσε θέλησε να τον παρασύρει με το παλιό σκηνικό αλλά πάλι τίποτε. Δεν άργησε να καταλάβει ότι άλλη ήταν η αιτία. Τον ρώτησε στα ίσια . 

Βαρέθηκε της είπε , δεν του αρέσουν οι αλλαγές αλλά η αγκαλιά της Ελένης,το άρωμα που βάζει είναι αυτό που του αρέσει.
Της ήρθε να τον κοπανήσει με τα παπούτσια στο κεφάλι, αλλά προτίμησε να του ανοίξει την πόρτα να τον πετάξει έξω μαζί με τα παπούτσια του .

Την άλλη μέρα θα τα 'λεγε  ένα χεράκι με την κολλητή της που τα κάνει καλύτερα. 


Έστρεψε το βλέμμα της στις κούκλες μπαμπούσκα που συνήθιζε να έχει την μιά να κοιτάει αντίθετα. Κάτι προαισθανότανε, ενώ θυμήθηκε την μάνα της!




"Ακριβό στολίδι"





"απ' ότι θυμάμαι"

Ο καθρέφτης έδειχνε την ομορφιά της , δεν είχε ψευδαισθήσεις. Καθισμένη στο σκαμπό στριφογύριζε εκμεταλλευόμενη την εικόνα της, έπαιζε με τους πλευρικούς καθρέφτες για να μη αφήσει καμία εκκρεμότητα πάνω της. Η νυχτικιά της ήταν μεταξωτή, από τα ακριβότερα μαγαζιά αγορασμένη. Η τουαλέτα της φορτωμένη με αρώματα κάθε λογής από κάθε τόπο, τα ακριβότερα, αγορασμένα η σταλμένα απευθείας από οίκους περιωπής. Η μπιζουτιέρα της είχε κοσμήματα β’ διαλογής, της καθημερινότητας. Τα άλλα που φορούσε σε στιγμές ξεχωριστές, τα είχε  καλά κρυμμένα.

Η έξοδος της από το σπίτι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Ξεχωριστά φορέματα ακριβά, η ντουλάπα της ήταν το πλουσιότερο σημείο του σπιτιού. Η κάθε μέρα ήταν διαφορετική μέρα, άλλο ντύσιμο ακόμη και για τα ψώνια της γειτονιάς, αν και τα απόφευγε, συνήθως της τα παρέδιδαν στο σπίτι. Το περπάτημα της ξεχωριστό με γυναικεία χάρη.Οι κινήσεις της προσεγμένες, είχαν μια αφηρημάδα αλλά για να τραβούν την προσοχή. Τα βλέμματα των αντρών έπεφταν βροχή πάνω της αλλά τα προσπερνούσε αδιάφορα, δεν πάτησε το στεφάνι της, κοκέτα ήταν.

Της άρεζε να είναι όμορφη Ακόμη και στα βαθιά της γερατειά δεν έβγαινε έξω, αν δεν περιποιούταν την εμφάνιση της . Ευγενική, με το χαμόγελο πάντα αλλά σοβαρή, προσεγμένη στο ντύσιμο, γυναίκα με τα όλα της.

Πώς να ξεχάσεις μια τέτοια γυναίκα που η σημασία της λέξης ήταν πάνω της. Ακριβό στολίδι!


"Γεια σου ρε φίλε"


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Γεια σου ρε φίλε ,
πεθύμησα κάνα κρασί, να θυμηθούμε τα παλιά, τις όμορφες στιγμές κι ας ήταν πονεμένες αρκετές φορές. Δεν έλαμπε ο ήλιος κάθε φορά, υπήρχαν σύννεφα πολλά.

 Δεν είναι το γέλιο που μαράζωσε αλλά το χαμόγελο που ‘λειψε απ’ τα χείλη. Ας ήτανε ένα γιοφύρι να διαβώ να περάσω απέναντι . Δεν είναι από συνήθεια αλλά να, χρειάζομαι να γιομίζω .

Κουράστηκα ν’ αφήνω ξέμπαρκα συναισθήματα να σέρνονται , κουράστηκα να πλανεύομαι από εφήμερα όνειρα , θέλω να πιαστώ και ν’ αφουγκραστώ κι αν είναι να πέσω τι έχω να  φοβηθώ .


Γεια σου ρε φίλε,
κι αν μου λείπεις είναι γιατί μοιράστηκα μαζί σου, ρούφηξα το ποτήρι σου μέχρι πάτο κι αν δεν έγειρα είναι γιατί με κρατούσες. Πόσες φορές στάθηκα όρθιος να κοιτάξω πέρα στα πέλαγα, να συναντήσω τα όνειρα μου .

Τότε ήταν που γιόμιζε ο ουρανός πουλιά, χαρούμενες φωνές , τότε ήταν που άκουσα το κλάμα σου που ‘χασες το πολύτιμο σου .

Γεφύρωσα τις αποστάσεις,έφερα το κάθισμα πιο κοντά στο τραπέζι, γιόμισα το ποτήρι πολλές φορές, αλλά πάντα μόνος. Το δικό σου κάθισμα ήταν αδειανό και το ποτήρι σου γιομάτο, ο μεζές στο πιάτο απείραχτος.

Τότε έστρεφα το βλέμμα μου να κοιτάξω ξανά στο πέλαγος, μα ήταν ανταριασμένη η θάλασσα και ο ουρανός γιομάτος με σύννεφα χωρίς πουλιά, χωρίς λαλιά.

Γεια σου ρε φίλε,
μη σκάς κάπου θα βρεθούμε ξανά!


"το ολόγιομο φεγγάρι"


φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού




Φάνηκε  σήμερα το ολόγιομο φεγγάρι κι άφησε το χαμόγελο του να καλωσορίζει τα όνειρα. Όταν ξυπνήσουν, θα μείνουν οι ελπίδες να αιωρούνται στο δωμάτιο σαν πεταλούδες.

Άνοιξα το παραθύρι για να τραγουδήσω αλλά μόλις το αντίκρισα δεν θυμόμουνα στίχο, έχασα τις μελωδίες, έμεινα μόνο να το κοιτώ. ¨Όταν η πόρτα μαντάλωσε δεν έμεινε τίποτε που να θυμάμαι. Χάθηκαν όλα έμεινε μόνο το χαμόγελο να μου κλείνει το μάτι πονηρά. 

Γιατί παραξενεύτηκα; 
Μου μοιάζει με το ολόγιομο φεγγάρι , μα το πονηρό του βλέμμα μου θυμίζει τα σχέδια που κάναμε μαζί. 
Σήμερα όμως δεν μ’ αφορούν. 
Μπήκα μέσα στο σπίτι κι έκλεισα την πόρτα, το φεγγάρι έμεινε απ’ έξω μαζί με τα ξεχασμένα όνειρα. 

Τα σχέδια που κάναμε μαζί, λιποτάκτησαν.




"η τελευταία του ευχή"






"της πίκρας το καμάρι ήταν η ζωή"

Τα πόδια του τρέκλιζαν καθώς χτυπούσε  παράφωνα πέρα δόθε το μπαστούνι. Το καλντερίμι του τρυπούσε τα γόνατα, κάθε φορά που έπεφτε και πάλι σηκωνότανε απ’ την αρχή. Το καπέλο στραβά,η γραβάτα δεμένη ανάποδα, το σακάκι στον ώμο και το κομπολόι να σέρνεται άτσαλα στην γη.

 Παραπατούσε κι έλεγε "της πίκρας του καμάρι ήταν η ζωή", αυτήν μοιρολογούσε κλαίγοντας και σιγοτραγουδώντας. Ένας κορμός δένδρου ήταν αρκετός για λίγα λεπτά ξεκούραση, το φως στο παραθύρι αχνόφεγγε για να του δείχνει τον δρόμο, να μη μπερδέψει. 

Το φεγγάρι σήμερα ήταν διαφορετικό, λες και κρυβότανε από ντροπή. Αυτός όμως δεν πτοούταν με τίποτες, πήρε ξανά την στράτα για να βγάλει την ανηφόρα, κάπου εκεί πιο πέρα θα ξαπόσταινε. 

Η ρακί σήμερα ήταν καλή φίλη . Τον γλυκοκοίταζε και του μιλούσε κι αυτός την χάιδευε,  κοιτώντας το βάθος του ποτηριού με την δική του λατρεία. Δεν το ‘παιρνε το βλέμμα του απ’ εκεί, μια αυτός μια αυτή. Παρεάκι ήταν δεν του χαλούσε χατίρι. 

Η πόρτα άνοιξε, η γάτα πετάχτηκε έξω καταπάνω του τρομαγμένη όσο κι αυτός.Δεν του άρεσαν τα χάδια, είχε για καιρό να νιώσει χάδι πάνω του κι αυτός ν’ανταποδώσει. Η κυρά του αποφάσισε να τον αφήσει βιαστικά για το μακρινό ταξίδι κι αυτός έπνιξε την πίκρα της μοναξιάς μες το βαθύ ποτήρι.

Κίνησε να πιάσει το πεζούλι, το χέρι του έχασε την σταθερότητα που 'χε. Έπιασε ένα λουλούδι, κρατήθηκε απ'εκεί όσο είχε την δύναμη για να κρατηθεί. Αλληλοκοιτάχθηκαν με ξαφνιασμό, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, προσπάθησε να σηκωθεί για να το μυρίσει και τον πήρε η κατρακύλα.


 Ήταν η τελευταία του ευχή .



"κουράστηκα"




Κουράστηκα, μου είπε σήμερα. 

Την κοίταξα καλά για να διακρίνω την κούραση, αυτή την περίεργη χλομάδα στα όμορφα μάτια της. Έστρεψα το βλέμμα μου στα χέρια της, να πιάσω  το τρέμουλο τους. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο βάθυναν, τα χέρια έχασαν την λεπτότητα τους, τα πόδια σέρνονται και το χαμόγελο λιγόστεψε.

Τι να κάνω μπορώ και αλλιώς , μου είπε.
Κουράστηκα!
Σ' αφήνω τώρα, πρόσεχε τον εαυτόν σου.
Προσέχω μάνα, κάνε κουράγιο! 

Σηκώθηκε αργά, πήρε το μπαστούνι που ΄χε πάντα δίπλα στον καναπέ της. Έστρεψε για λίγο να δει αν την ακολουθεί το σκυλάκι της και κίνησε αργά για το δωμάτιο της.

Προσέχω μάνα!


(φανταστική ιστορία αφιερωμένη στις μάνες)




"πικρή αλήθεια"



«Ο άλλος μου εαυτός»

Γελάστηκα απόψε, ούτε πέρασε απ’ το μυαλό μου ότι θα συναντούσα κατάματα τον εαυτό μου. Έτσι μου είπαν .Τα δάχτυλα μου που κρατούσαν την φωτογραφία έτρεμαν. Κοίταξα στον καθρέφτη απέναντι μου, τραβώντας  τους πλευρικούς καθρέφτες προς την εικόνα μου.

 Χωρίς αμφιβολία μου έμοιαζε. Οι ρυτίδες στα μάτια ήταν δικές μου. Τα μαλλιά μου λιγόστεψαν μπροστά, ενώ πίσω άρχισαν να αραιώνουν. Το χαμόγελο έγινε πιο αινιγματικό αλλά είναι το ίδιο. 

Μα τα ρούχα που φοράω,είναι αυτά που μου άρεσαν πάντα. Το κόκκινο μπλουζάκι με το μαύρο μακρύ πανταλόνι, όπως τ’ άφησα.

Πλησίασα το κομοδίνο, πήρα στα χέρια μου το πορτοφόλι και μελέτησα το περιεχόμενο του. Η ταυτότητα που κρατούσα  ανέφερε το επίθετο, το όνομα και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που μ’ αφορούσαν. 

Προχώρησα περισσότερο στην έρευνα. Άφησα την φωτογραφία που κρατούσα και πήρα διστακτικά τις φωτογραφίες των δύο κοριτσιών. Ναι είναι οι όμορφες κοπέλες που με επισκέφθηκαν πριν από λίγο. Η μια με το πλατύ χαμόγελο και τις ατάκες της, ενώ η άλλη με την γλυκύτητα της.

Από την πάλη μου με το παρελθόν έφυγα, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και εμφανίστηκε η γυναίκα μου.  Μου  ξεκαθάρισε προηγουμένως τον ρόλο της δίπλα μου. Πήρε λίγα κιλά, η φωτογραφία της την έδειχνε αδύνατη και οι ρυτίδες στο πρόσωπο τόνιζαν την ηλικία της. Δεν μπορώ να πω, είναι ωραία γυναίκα.

Τα καπέλα μου στέκουν κρεμασμένα στην κρεμάστρα. Το ένα έχει γεμίσει τραύματα απ' τα πολλά φυσίγγια  και το άλλο στην πούδρα. Κάπως έτσι θα ήταν και η ζωή μου σκέφτηκα. Έκρυψα το πρόσωπο μου στις δυο παλάμες, για να αποφύγω την δική της σκέψη .Τα μάτια της πονεμένα περιέγραφαν τον αργό θάνατο μου, τρόμαξα .

Οι κοπέλες ήρθαν να μ΄αποχαιρετήσουν αγκαλιάζοντας με.Η μια μου τσίμπησε το μάγουλο δίνοντας μου ένα γλυκό φιλί και η άλλη μου χάιδεψε τα μαλλιά για αρκετή ώρα . Κάτι μου θύμιζαν αυτές οι χειρονομίες τρυφερότητας,κάτι από 
εμένα. Δεν τα κατάφερα να συγκρατήσω το δάκρυ μου καθώς έφευγαν, το χαμόγελο τους το φύλαξα, ελπίζω να μου μείνει.

Μου είπαν φεύγοντας ότι είμαι ο εαυτός μου.


<Το χαμόγελο τους έκρυβε μυστικά κι εγώ έψαχνα βαθιά μέσα στο σκοτάδι >




Όταν συνάντησα τον δολοφόνο μου




"Σκηνή θρίλερ"

Δεν άργησε να ‘ρθει η ώρα που θα συναντούσα τον δολοφόνο μου .Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια, με λοξοκοίταξε. Έκανα ένα βήμα μπροστά, οπισθοχώρησε δισταχτικά. Σήκωσα το χέρι με θυμό για να τον χτυπήσω, απέφυγε με σβελτάδα και ευκινησία την κίνηση μου. 

Κοντοστάθηκα, σκέφτηκα στιγμιαία ν’ αλλάξω τακτική, να βρω κάτι πιο αποτελεσματικό. Δίπλα στο τζάκι είχα τα εργαλεία, για να σκαλίζω την φωτιά. Αν πλησίαζα προς τα εκεί, αν προσποιούμουν ότι θα έκανα κάποια άλλη κίνηση, ίσως να έφτανα μέχρι εκεί. 

Πρόσεξα ότι μελετούσε κάθε μου κίνηση και ήταν προετοιμασμένος για ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά. Με μια σβέλτη κίνηση πήδηξα πάνω από τον καναπέ και βρέθηκα δίπλα στο τζάκι. Άπλωσα το χέρι για να πιάσω την λαβή της μασιάς, αλλά βρήκα το χέρι του την ώρα που την σήκωνε για να με προλάβει. Ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, δεν θυμάμαι κάτι άλλο. 


Ο κόσμος ήταν διαφορετικός, όλοι φορούσαν χλαμύδες με στεφάνια στο κεφάλι, μια γαλήνη στο πρόσωπο και ένα γλυκό χαμόγελο. Ναι ήμουν σίγουρος ταξίδεψα μακριά. Το χτύπημα ήταν αποτελεσματικό.

Την ίδια ώρα στο ραδιόφωνο ακούγεται η φωνή της αγαπημένης μου δημοσιογράφου, να γνωστοποιεί το κλείσιμο της βουλής και την προκήρυξη εκλογών. 
Το όνειρο έγινε εφιάλτης και η σκηνή θρίλερ κινηματογραφική.




"μια χαμένη μέρα"




Επί ώρες έψαχνα ανάμεσα στα χαρτιά μου, να βρω το χαρτάκι που έχωσες στην τσέπη μου εκείνη την βροχερή μέρα, κάτω από το υπόστεγο του σταθμού. Δεν κατάλαβα τότε, δεν πρόσεξα την αντίδραση σου, απλά μου χαμογέλασες. 


Αν ήξερα ότι το χαμόγελο σου ήταν το σημείωμα σου, τότε θα ‘τρεχα πίσω σου να σε προλάβω. Αλλά αργά πλέον, χάνομαι στις σημειώσεις μου για να εντοπίσω την δικιά σου. Χάνομαι σ’αυτό τον πλανήτη για να βρω τον δικό σου.


Ήταν βροχερή μέρα, είχα χάσει τις ελπίδες μου για να προλάβω το τραίνο της γραμμής, περνούσε δώδεκα παρά τέταρτο ακριβώς το τελευταίο. Όταν σε είδα να περιμένεις ανακουφίστηκα, αλλά δεν συνειδητοποίησα ότι έπαιρνες άλλο, για άλλη διαδρομή που περνούσε δώδεκα παρά πέντε

Όταν μου είπες ότι το ‘χασα, νόμισα ότι έχασα το μυαλό μου .Είναι αλήθεια η ομορφιά σου μ’ εκανε να το χάσω, να μη συγκρατήσω τις κινήσεις, να χάσω τις λεπτομέρειες και να χαθώ σ’ αυτές. Ήταν μια απρόσεκτη στιγμή, σε μια σκοτεινή μέρα. Το χαμόγελο σου όμως, μια αχτίδα που ‘σερνε το φως της μέρας. Γι αυτό είμαι ασυγχώρητος αν δεν το βρω.

Η κραυγή της χαράς μου που το έβλεπα χωμένο στα δάχτυλα μου  με επανέφερε από τις σκέψεις μου. <Να το μπροστά μου ήταν και δεν το ‘ βλεπα>. 

Ένα γαλάζιο χαρτί στο χρώμα του ουρανού, με δύο καλλίγραφες λέξεις  
 « μια χαμένη μέρα». 
Πήγα να το πετάξω από την απογοήτευση μου αλλά όπως έκανα την κίνηση, πρόσεξα από πίσω να είναι γραμμένο
 « κοίταξε προς το φεγγάρι, θα γράφει δώδεκα παρά δέκα»



"μια φανταστική γνωριμία"


Ένα μικρό πορτάκι χαμηλό, ψευδαίσθηση ασφάλειας, οδηγούσε με 6 σκαλοπάτια σ’ ένα μικρό παράδεισο . Ακριβώς μπροστά το πέτρινο κουκλίστικο σπίτι, χωμένο μέσα στο πράσινο.Τα τζιτζίκια σκέπαζαν τον ήχο  του νερού από το μικρό ποταμάκι που περνούσε δίπλα από το σπίτι , το πλατάνι έγυρε πάνω στο μικρό γεφύρι, ενώ  η φύση κυριαρχούσε παντού.

Η οικοδέσποινα στις ομορφιές της με το γλυκό της χαμόγελο να ξεχωρίζει μες την νύχτα .Η φωνή της το ίδιο ευγενική όπως την γνώρισα χθες, έβγαζε μια νοσταλγία. Θα ‘τανε  γύρω στα 40 καστανή μικροκαμωμένη, αλλά την ίδια στιγμή ένιωθες την γοητεία της να απλώνεται παντού. Η μουσική ήταν διακριτική για να μη καλύπτει την μελωδία της φύσης, ενώ ένα απαλό φως ήταν διάχυτο σε κάθε σημείο της αυλής.

Ήμασταν μόνοι, δεν χρειάστηκαν συστάσεις, αυτές προηγήθηκαν όταν την συνάντησα τυχαία στο δισκάδικο της γειτονιάς, να διαλέγουμε τον ίδιο δίσκο. Λάτρεις του βινύλιου δεν αργήσαμε να βρούμε κοινά σημεία, να γνωριστούμε καλύτερα και να βρεθούμε αυτή την όμορφη νύχτα, ν’ απολαμβάνουμε την κατανυκτική ατμόσφαιρα της αυλής της.

Η επιλογή του ποτού ήταν εύκολη, εφόσον το λευκό κρασί ήταν αυτό που θα συνόδευε τα φρούτα που είχε ήδη ετοιμάσει από πριν, γνωρίζοντας αρκετά καλά τις προτιμήσεις μου. Η μουσική jazz ήταν κατάλληλη για να δέσει στην ατμόσφαιρα και να διώξει την ένταση της πρώτης στιγμής.

Η εμφάνιση της Σέλμας ενός κόκερ κανελί, ήταν μια χαριτωμένη παρένθεση στην ομορφιά της νύχτας. Παιχνιδιάρα με την μουσούδα της πάνω μου να θέλει να κρατήσει την μυρωδιά μου, ενώ το χάδι μου την παρότρυνε να συνεχίσει το παιχνίδι της μαζί μου.

Η επιλογή ενός αγαπημένου μπλούζ έδωσε την αφορμή ν’απλώσω το χέρι μου στο δικό της, για να την παρασύρω στο χορό της φαντασίας, ενώ ένα συνεχές φιλί σφράγιζε την νύχτα αυτή παθιασμένα. 
Όμως τίποτε ωραίο δεν κρατά πολύ , ιδιαίτερα όταν είναι ονειρεμένο.
Η γλώσσα της σκύλας μου της Φλόκας με γέμισε φιλιά,καθώς προσπαθούσε να με 
ξυπνήσει.Ήταν η ώρα της βόλτας της, ενώ εγώ το είχα αφήσει ξεχασμένο στο όνειρο μου.
Η φαντασία τις περισσότερες φορές κλέβει το όνειρο και το ταξιδεύει απροσπέλαστο από κακουχίες σε κακοτράχαλα μονοπάτια. Γι αυτό είναι ωραίο να αφήνεται στα ταξίδια της, να πλάθει όνειρα μαγικά .






"μ'εξαπάτησε ένα  όνειρο"

φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


"Το φεγγάρι σήμερα είναι γιομάτο και ο ουρανός πλημμύρισε  μ’ αστέρια, το χαμόγελο θα  λείπει "

Ξεχαστήκαμε στα όνειρα, αφεθήκαμε στις εξελίξεις, η πορεία της ζωής μας διέψευσε κι εμείς επιμένουμε να είμαστε αθεράπευτα ρομαντικοί. ΟΙ κουβέντες στον καφενέ , περιφέρονται γύρω απ’ αυτό το συναίσθημα, ο καθένας με τον δικό του τρόπο με την δική του έννοια.

Τα βήματα γίνανε πάλι κουρασμένα να σέρνονται στο καλντερίμι, συνήθως να σκοντάφτουν ενώ  αφήνεται ένας βαθύς αναστεναγμός. Ένα χέρι σαν απλώθηκε να βοηθήσει, φάνηκε πως το ίδιο κουράστηκε απ’ τις ανατροπές.Του ‘φυγε η δύναμη, έχασε την στιβαρότητα του, χρειάζεται να γονατίσει για να προσφέρει βοήθεια.

Το τσουκάλι στην φωτιά έχει κάμει την δουλειά του, γύρω απ’ το τραπέζι μαζεύτηκε η οικογένεια. Το καρβέλι το ψωμί θα μοιράσει ο πατέρας, κόβοντας το με το χέρι σε ίσα κομμάτια, το κρεμμύδι και η ελιά απαραίτητα συνωδά  κι ας είναι λειψό το γεύμα.

Οι γέροντες αρκούνται στα λίγα, τα παιδιά χρειάζονται πολλά ,ενώ  εμείς έχουμε συμφιλιωθεί με την μιζέρια. Ακόμη δεν την γνωρίσαμε καλά οι περισσότεροι, μόνο όσοι την εισπράξανε, αλλά αργά η γρήγορα  θα φθάσει και στο κονάκι μας.  

Το όνειρο διάλεξε άλλον αποδέκτη, κουράστηκε κι αυτό στην προσμονή. Πως γίναμε οι νιοι γέροντες, πως βάραιναν οι ώμοι, η πλάτη κύρτωσε και το δάκρυ δεν λέει να στεγνώσει.Το βλέμμα της μάνας  δεν έχει άλλο να ονειρευτεί κι ο λόγος του πατέρα δεν έχει άλλα για να πει.

"Μου είναι δύσκολο να θωρακίσω τον έρωτα για τον τόπο μου, αγκαλιάζει λίμνες, βουνά, θάλασσες, χρώμα,φως, έναστρο ουρανό "  



"γιατί τόσες ενοχές ;"

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Κάθε λέξη δική σου γίνεται δική μου, κάθε τι που το εννοείς το νιώθω.Η αγωνία γεμίζει  ρυτίδες, η αμφιβολία  φαίνεται στα μάτια.

Φορτώθηκα ενοχές και ευθύνες, μα πώς να τις κατανοήσω; Τις έβαλα πάνω στην ζυγαριά, να μετρήσω το βάρος τους. Τις ακούμπησα στον πάγκο, για να τις περιτυλίξω. Τις φόρεσα φιόγκο, για να τις ευχαριστήσω. Αυτές τίποτα, γίνανε  απαιτητικές.

Μου καταλογίζουν ελαττώματα , βάζουν το λεπίδι στην πληγή και με δεξιοτεχνία το στριφογυρίζουν. Αναζητώ βοήθεια και προσθέτω ένα χαλκά ακόμη στην αλυσίδα. Βρίσκω κλειδαρά που δεν έχει αντικλείδια.
Μάτια ορθάνοιχτα μετρούν τις δυνάμεις μου.

Με αφορούν οι ζωντανές ψυχές, τα αντικείμενα, ο τόπος που γεννήθηκα, η γειτονιά που μεγάλωσα. Έχει να κάνει με κάθε άγνωστο που μ’ εμπνέει.Γιατί όχι με όλους αυτούς που βρίσκονται συνοδοιπόροι στο ίδιο μονοπάτι.Αν σταθείς δίπλα μου να προσφέρεις ώμο, θα γείρω το κεφάλι μου να ξαποστάσω.Κι αν η ανάγκη σου γίνει δική μου, πάρε το χέρι μου και κράτησε το σφιχτά.

Δεν αντέχω άλλη κριτική, με κούρασε το αυστηρό βλέμμα.



"οι γειτονιές μας" 



Οι γειτονιές που αγαπήσαμε από μικρά παιδιά, σήμερα δεν υπάρχουν. Χάθηκαν οι αλάνες που το παιχνίδι γινόταν ζωή και η ζωή φάνταζε με παιχνίδι. Καταπατήθηκαν από το μπετόν και τα μεγάλα συμφέροντα. Στην θέση τους μόνο αποτρόπαια ογκώδη τσιμεντένια οικοδομήματα βρίσκουμε, χωρίς φαντασία και έμπνευση.

  Έχει αλλάξει η φυσιογνωμία τους οριστικά.  Εμείς το μόνο που κάνουμε είναι, να ανασύρουμε θολές εικόνες που είναι φυλαγμένες βαθιά στην μνήμη μας, για να φιλιώσουμε μαζί τους. Τα συναισθήματα δεν μπορούν να μας φοβίζουν, είναι γεμάτες οι δεξαμενές που χρειάζονται αποσυμπίεση.

  Αν κάποιος που ξενιτεύτηκε γύριζε στο τόπο του μετά από χρόνια, είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να προσανατολιστεί. Οι πέτρες που κλωτσούσε σε κάθε βήμα, γίνανε άσφαλτος και τα μεγάλα δένδρα που άπλωναν την σκιά τους στο διάλλειμα του παιχνιδιού, έγιναν ξυλεία.

  Έτσι είναι, η εξέλιξη δεν φρενάρεται με συναισθήματα. Οι θύμισες κουβαλάνε πόνο αλλά και αγάπη. Ίσως χρειάζεται να αναζητήσουμε τον χαμένο μας θησαυρό, που κρύβει ο καθένας βαθιά στην ψυχή του.



  Ακόμη κι αν επέλθει ο φυσικός θάνατος, μια φωτογραφία κάπου χαμένη στο συρτάρι, θα περιμένει κάποιον να την ανασύρει.Η στιγμή που αποτυπώνεται στο χαρτί, θα επισκεφθεί  το σήμερα για να θυμίσει το τότε, θα σώσει τον χρόνο.


"ένα δωμάτιο γεμάτο όνειρα" 


Τι να έχει φυλαγμένο ένα παιδικό δωμάτιο; Πόσα μυστικά είναι καλά κρυμμένα; Αναγνώσματα, βιβλία, τετράδια, σημειώσεις, μικρές παρέες, έρωτες, μαζεύτηκαν στον χρόνο γίνανε έφηβοι. Τα  πρώτα σκιρτήματα, ένα φοιτητικό πάσο, νέα βιβλία που άρχισαν να στοιβάζονται να βρούνε ελεύθερο  χώρο.

Το μικρό δωμάτιο γινότανε μεγάλο κι έπλεκε όνειρα τα ΄κανε ρούχο ζεστό με θαλπωρή γεμάτο.Νεανικό δωμάτιο όπου φώλιασαν ελπίδες και όνειρα. Αλλιώς υποδέχονταν την μέρα και αλλιώς ταξιδεύαν την νύχτα.

Τοίχοι βαμμένοι σε διάφορα χρώματα έχουν φυλάξει τις σημειώσεις για μια ζωή. Τα γκράφιτι στους τοίχους των σπιτιών έγιναν μικρογραφίες και τα συνθήματα  οράματα.

Ένα δωμάτιο που κρατάει καλά φυλαγμένα τα συναισθήματα, τις αγωνίες και τις σκέψεις ενός νεαρού κοριτσιού. Σ΄ αυτό το δωμάτιο φώλιαζε η έμπνευση όταν συναντούσε την φαντασία. Εδώ ύφανε τον ιστό της μια αράχνη, που ‘χε τον νου της  όταν ζευγάρωναν τα όνειρα να ταξιδέψουν σε άλλα μέρη.Σ' αυτό το δωμάτιο γέμισαν οι τοίχοι του με φωνές και λέξεις.

Ένα δωμάτιο που όταν έκλεισε η πόρτα του το επισκέπτομαι για να διαβάσω τα όνειρα του παιδιού μου, απ' όταν έφυγε που  έγινε γυναίκα.  



"ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΤΙΒΙΣΜΑ ΕΝΟΣ ΑΛΗΤΗ ΣΠΟΥΡΓΊΤΙ "

Συνήθεια είναι  στα βήματα  να μπερδεύεται και το τιτίβισμα ενός αλήτη σπουργίτι. Είναι ο καθημερινός επισκέπτης σ’ όλες τις εποχές τους χρόνου .
Μήπως τα ψίχουλα  στη βεράντα η στο πρεβάζι του παραθύρου, δεν είναι ένα κάλεσμα για συντροφιά ;  Λείπει ο αλήτης όταν δεν χτυπά το τζάμι στο παραθύρι, όταν το φτερούγισμα του έχει απουσιάσει από τον πρωινό ξύπνημα. Παρέα στον καφέ,να τσιμπήσει κάτι απ'το κουλούρι.
Έχει αγριέψει ο τόπος  και οι άστεγοι γίνανε μελίσσια , άλλοι να τους ενοχλούν και άλλοι να τους διώχνουν. Η προσωρινή στέγη  δύσκολη και τα στέκια  χαλάσματα.Η  γωνιά  είναι θησαυρός και το παγκάκι βραδινό αποκούμπι.Πόσες είναι οι φωλιές και πόσοι άλλοι τις θέλουν .
Άλλοτε ένα παγκάκι γι αυτόν και μια τρύπα στον τοίχο για τον άλλο, εκείνον τον φτερωτό αλήτη, ότι καλύτερο και για τους δυο.  Αλήτες που γνωρίστηκαν τυχαία στο ίδιο στέκι. Ας είναι επικίνδυνα και η συντροφιά  αρέσει,  παρέα ο ένας του άλλου κάνουνε την καλημέρα μη χαλάσουνε.
Πόσο δύσκολο για να το καταλάβουν, αυτοί οι ενοχλητικοί εκεί πέρα, που στέκουν γραβατωμένοι κομψευόμενοι, μες στο κυνήγι τους, πνιγμένοι στα κουστούμια τους, φορεμένα πολλές φορές ατσαλάκωτα, σαν την ζωή που γυροφέρνουν ασταμάτητα.
Οι δυο τους τα έχουν βρει ό ένας θα φάει το ξεροκόμματο που θα βρει παρατημένο, αλλά  το ψίχουλο για το φιλαράκι του, κρατημένο. Όπου νάναι ,θα εμφανιστεί.
Η μέρα γύρισε αλλά τα ψίχουλα στο πρεβάζι είναι απείραχτα και το επισκεπτήριο δεν φάνηκε με το γνώριμο κτύπημα στο τζάμι.
Κουρασμένος απ’ την βροχή που στάλαξε στην ψυχή του, σκοτάδι μαύρο έχει βγει,τον ήλιο έχει κρύψει ,χάθηκαν κι οι θεοί ταλαίπωρε σπουργίτη.
Συντρόφια , μα το τιτίβισμα ενός αλήτη θα τους λείψει.


"ΜΙΑ ΜΑΝΑ ΣΑΝ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ"


Η μάνα με τα μανίκια σηκωμένα, την αδελφή μου κι  εμένα  στο χέρια και ο μεγάλος να της κρατάει την άκρη από το μακρύ  φουστάνι της, είναι η εικόνα που  έχω φυλαγμένη βαθιά μέσα μου. Αλλάζει πολλές φορές όταν άλλες σκηνές με ζαβολιές και  αταξίες τσακίζουν τα νεύρα της μάνας κι εκείνη  πιάνει την παντόφλα ενώ η φωνή  γίνεται κραυγή με τ’ όνομα μας .
Η σκάφη πάντα εκεί στις σκάλες στην είσοδο της αυλής, έτοιμη κάθε μέρα με το βραστό νερό που είχε στη  φωτιά  με το καζάνι. Σταθερή εικόνα της να πλένει συνέχεια, λες και τα ρούχα αυτά δεν είχαν σταματημό. Η προμήθεια με το νερό γινότανε από την βρύση της γειτονιάς, δεν ήρθε ακόμη στις αυλές  και πιάναμε σειρά απ’ τ’ άγρια χαράματα για να το φέρουμε  στο σπίτι. 
Αγουροξυπνημένοι, η δόση της κουταλιάς με το μουρουνέλαιο, το σάντουιτς για το σχολείο, ενώ πριν φύγουμε   βάζαμε τα γκιούμια και τους κουβάδες στην βρύση για το νερό. Ο πατέρας πριν φύγει για τη δουλειά φρόντιζε  να κουβαλήσει αυτά που γέμισαν ,η μπουγάδα ήταν στο ημερήσιο πρόγραμμα, ενώ το φαγητό είχε μπει ήδη στην κατσαρόλα.
Έτσι θυμάμαι το ημερήσιο πρόγραμμα της μάνας στην καθημερινότητα μας. Ακούραστη, δυναμική και πάντα όμορφη.Πως τα κάταφερνε να έχει αυτή την φρεσκάδα, έτσι φαινόταν στα μάτια μου, αλλά και τώρα που την βλέπω την καμαρώνω για την ομορφάδα της. Οι ρυτίδες έσκαψαν το πρόσωπο της αλλά έχει μια λάμψη που της προσθέτει ομορφιά. 
Πέρασε δύσκολα χρόνια, πονεμένα, ορφανή από παιδί, με έναν αδελφό μικρότερο και τον άντρα της τον έκανε σύζυγο στα 19 της, αλλά τον αγαπούσε απ’ τα 15.  Δουλευτής ακούραστος δεν της στέρησε τίποτε, της έδωσε αγάπη του γέννησε τέσσερα παιδιά κι αυτοί μέχρι σήμερα συνεχίζουν μαζί και αγαπημένοι. Το τέταρτο παιδί ήρθε στα 35 της, τότε λέγανε ότι το γέννησε αργά. 
Δεν της άρεσε να γυροφέρνει στα σπίτια της γειτονιάς, βλέπεις ήταν και η ανάγκη του νοικοκυριού.  Κρατούσε μια απόσταση λες και μ'αυτό τον τρόπο προστάτευε το σπιτικό της. 
Μπορεί να έχει δίκαιο. Γι αυτό σήμερα ασχολείται περισσότερο με το πλεκτό της, είναι δημιουργική απασχόληση και καθόλου εξοντωτική.


«ΚΟΝΤΑ 90 ΧΡΟΝΙΑ » 

Τα 90 χρόνια είναι κοντά, κουβαλάνε βαρίδια στο σώμα και το μυαλό χάνει κάποιες  στιγμές που πλησιάζουν και δεν τις αναγνωρίζει. Κάθε φορά η ψυχή διαψεύδει και δεν λέει να τα παρατήσει. Δίνει τον δικό της αγώνα ενάντια στα χρόνια που κύλησαν, αλλά δεν τους πρόδωσαν.
Μικρές γουλιές από τσίπουρο και το άκουσμα της πρώτης πενιάς στο μπουζούκι, ξύπνησαν τα νιάτα, ανέβηκε η διάθεση. Το να σηκωθούν απ’ την καρέκλα και να ρίξουν την γυροβολιά, ήταν απλή λεπτομέρεια. Τα χέρια ζευγαρώνουν, το δάκρυ κυλάει διακριτικά, τα πόδια όμως δεν χάνουν  βήμα. Λίγο ακόμα, αντέχουν και στον επόμενο γύρο, μάλλον δεν τους πέρασε καθόλου απ' το μυαλό η αμφιβολία.
Η συγκίνηση στο φόρτε της, αλλά τα μάτια να λάμπουν γιατί η θύμηση έχει δύναμη και τα χρόνια όσο βαριά κι αν είναι στους ώμους, δεν μπορούν να τα θολώσουν. Όσες φορές αναγκάστηκαν σε δοκιμασία τα κατάφεραν, γιατί όχι και τώρα. Η αγκαλιά είναι σφιχτή, κρατά ο ένας τον άλλον γερά, δεν τον αφήνει να πέσει.
Βαριά κληρονομιά σκέφθηκα κι έκρυψα  το πρόσωπο στα χέρια, για να μη φανεί το δάκρυ που άρχισε να με προδίδει.

"ΤΟ ΚΑΔΙ ΚΑΙ Η ΡΑΚΗ"


Αυτό το καδί το θυμάμαι, είναι από τότε που το κουβάλησε ο πατέρας.Ξεχάστηκε μαζί με αυτόν, το χούι τον έφαγε.Αυτό το πιοτί δεν το ‘βαζε κάτω, τα κοπανούσε κι αυτό του το ανταπέδιδε. Ένα εσύ, δυο εγώ, τέτοιος συναγωνισμός.Μόλις άδειαζε το ποτήρι το γύρναγε απ' την ανάποδη, μέχρι που εκείνο τον παρακινούσε σαν
γυναίκα ξεμυαλίστρα.


Ο χρόνος αμείλικτος για τους δύο.Το καδί έμεινε σαβούρα στην αποθήκη να μου κόβει τον δρόμο κι  εκείνος χωμένος στην μάχη με το χτικιό.Που θα πάει θα βγει, όπως βγήκε κι από την ρακή.Κι εγώ που να ξαποστάσω, ακουμπώ πάνω του νοσταλγικά.Μου θυμίζει τις καλές μέρες, το καδί γεμάτο κι η κάνουλα ανοιχτή!


Ο μεζές ξεχωριστός, πλάνευε την διάθεση, ειδικότητα της μάνας. Σκουμπρί, λιαστό χταπόδι, λακέρδα, τζατζίκι με λίγο σκόρδο, τόσο για την γεύση ν' ανασταίνει τους νεκρούς.


Ο γαύρος μαρινάτος, ξεχωριστός μεζές ψαρεμένος με την δική του βάρκα.
Αραγμένη τώρα στον γιαλό, να την τρώει η αλμύρα και να στήνει νυχτερινές κουβέντες με τ' άστρα και το φεγγάρι. 

Δεν είναι του θυμού λόγια , αλλά να, η ανημποριά φέρνει το μαράζι κι αυτό στρογγυλοκάθεται και δεν λέει να φύγει.

Ακουμπισμένος στα χέρια, με το πρόσωπο κρυμμένο μέσα  στα δάκρυα να μουσκεύουν το είναι του, πληγωμένο απ' το σαράκι. Κι όταν απ' ώρα ανασήκωνε το κεφάλι κατακόκκινο, προσπαθούσε να κρύψει την αδράνεια στο χαμόγελο του.
Ας ήταν, το καδί  εκεί, εγώ εδώ κι εκείνος παραπέρα να χάσκει στα ταξίδια του κι ας είναι μακρινά φυλαγμένα και μπερδεμένα στο μυαλό του. 

Η προσπάθεια του ζωγραφίζεται με το χαμόγελο του και τα θολωμένα μάτια του λάμπουν από ευχαρίστηση.