Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

απρόβλεπτες καταστάσεις ,Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφίες Μιχάλης Ματζαβίνος
    
    σ’ αυτή την γειτονιά οι άγρυπνες νύχτες έχουν πάρει τα όπλα τους


Επιπλήξεις

Τα ‘κανα ανάκατα,  
σταματάτε να βαράτε, 
δεν είμαι πια  ξεφτέρι.  

Σφράγισε η πόρτα, 
μπήκαν πάνω τα καρφιά, 
λάθεψαν που τα στράβωσαν στο κάρφωμα

Ήμουν εξαγριωμένος
αλλά ο θυμός μου ξέφυγε στον διπλανό μου 
όταν αγκομαχούσε

Πάλιωσαν οι συνήθειες
βάραιναν στην επανάληψη,
βαρετή συνήθεια

Τα Μαχαίρια μαζεύτηκαν με το στανιό,
μήπως λοξοδρομήσουν 
στον θυμό πάνω

Εισπράξανε τα τιμαλφή,
την ώρα που ξενυχτούσε η αγωνία.
φάνηκε  βρώμικη η συναλλαγή

Στον αριθμό 25
αντάμωναν τα γηρατειά,
εκείνα που δεν ξαναβρεθήκανε.




Εμπόλεμες καταστάσεις

Να σκεφθεί κανείς
ίσα που πρόλαβα να πω καληνύχτα,
ήθελα  να δηλώσω  ετοιμοπόλεμος

Στήσανε καυγά με τις ανάσες τους,
το ακροατήριο τους βρήκε κουρασμένους

Πιάσανε κουβέντα μάχιμη,
το θέμα εξαντλήθηκε προ πολλού

Με δυνατές ματιές λαβώθηκαν,
δεν έχουν άλλα πολεμοφόδια

Με μαχαίρια κοφτερά 
κομμάτιασαν την τράπουλα,
λείπει το μπαλαντέρ

Τα δανεικά βάφηκαν
με χρώματα πολέμου,
δύσκολο να εξαργυρωθούν 



Κι εκεί που έτρεχα μονάχος είδα πολλούς ν’ ακολουθούν, μια σφαίρα μας κυνηγούσε όταν εμείς την προσπεράσαμε 

Αστάθμητοι παράγοντες 

Όταν βρίσκεσαι στην διαχωριστική γραμμή,
δύσκολο ν’ αποφασίσεις 

Ακριβή λεπτομέρεια,
μου δείχνει την γύμνια της αλήθειας μου 

Σ’ αυτό το παγκάκι,
έγειραν να ξαποστάσουν τα δύσκολα χρόνια 

Διέκρινε το πέταγμα της σκέψης
κι έγραψε ένα ποίημα 

Ανάμεσα στα χρώματα του φθινοπώρου,
διάλεξα αυτό που ταιριάζει με τα μάτια σου

Μη περιμένεις να σου πω καληνύχτα,
θα παραμείνω ξάγρυπνη 

Πώς να μη ταξιδέψεις,
όταν δάσος από κατάρτια
σε καλούν να ανοίξεις πανιά 

Η φύση απλώνει σιγά τα φτερά της
να υποδεχθεί το λευκό άρχοντα 

Όσοι μένουν μόνοι, 
ανταμώνουν σιωπηλά με τον χρόνο

Ανάγλυφες οι μέρες 
και τα χρόνια 
αντικριστά βαδίζουν

Ο χρόνος γίνεται αδίστακτος 
με το αποτύπωμα του 
να φαίνεται  άγριο στο πρόσωπο 

Με κάλεσε το άρωμα
αλλά η ομορφιά με σκλάβωσε 

Όταν η ευλογία πλησιάζει το αδύνατο 
από χαμηλά σε τρομάζει
από ψηλά σε συναρπάζει

Όταν η φύση γίνεται εικαστικός πίνακας 
το φθινόπωρο ετοιμάζεται
να παραδώσει την σκυτάλη στον χειμώνα 

Όταν ο άνεμος πήρε το πινέλο του 
και ο χρόνος την σπάτουλα του
στέκουν με θαυμασμό στο δημιούργημα τους 

Διαφορετικός προορισμός
για  ένα μπουκέτο αγριολούλουδα
να συνοδεύουν την θλίψη στα μάτια. 

Οι βραδιές μπορούν να διαφέρουν
 όταν οι δρόμοι τους αλλάζουν 

Εκεί που η ζωή σου δείχνει
το δρόμο της ελευθερίας,
σκέψου σαν τα ελεύθερα πουλιά 

Όταν τα γκράφιτι
έχουν απάντηση σε κάθε τι
ανοίγουν οι ορίζοντες 

Χρειαζόμουνα αφοσίωση
ήρθαν κοντά  μου να μου το θυμίζουν 

Όταν τα γκράφιτι 
χτυπάνε στην καρδιά και στο στομάχι 

Εδώ σταματάει το όνειρο
να ξαποστάσει για λίγο 

Όσα θα θελε να πει
είναι αυτά που δεν ακούγονται 


Ανοίγοντας την πόρτα 
βρήκα γέφυρες 

Χρειάζεται να μπορείς
ν’ αντέξεις τις καταιγίδες
όταν άγρια λυσσομανούν πάνω σου 

Το βλέμμα ζωγράφισε την διαδρομή
 σε γαλήνια μονοπάτια 

Ένας θησαυρός έχει χαράξει το φως της μέρας 


Ψάχνω να βρω μια καθαρή ματιά

 ν’ ακουμπήσω






Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

τα Χαϊκού μου , Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού
Ήταν
μια καλή στιγμή
μιας δύσκολης μέρας

Έχω φυλάξει
ένα θησαυρό που ‘χει
χαράξει την στιγμή

Σπάστε τα δεσμά
σαν υπόκωφος θόρυβος
ακούγεται

Ακρωτηριασμένες στιγμές
της μνήμης.
Σκοτεινές μέρες

Σ’ αυτή την σιγαλιά,
δεν θα με βρουν
οι άγρυπνες νύχτες

Τσάμπα ξενύχτι 
και βαβούρα
λάθεψαν τα  όνειρα.

Κίνησε την προσοχή
η αθωότητα τους
βέλαζαν

Οσμίστηκαν
τις διαφορές τους,
χωριστήκανε

Φέτος 
είχες να χαρείς  
μη το λησμονήσεις

Ο κόσμος 
γύρισε ανάποδα
άδειασαν οι τσέπες του

Το μαχαίρι
δεν υπολογίζει θύματα,
πονάει στο κόψιμο

Θυμήθηκαν τα δάκρυα,
πως πόνεσαν 
πριν την καταιγίδα

Έσπασαν 
τα αισθήματα
με τσάκισαν τα κομμάτια τους

Ακριβή λεπτομέρεια,
μου θυμίζει
την γύμνια της

Τις μοναδικές στιγμές,
κάποια 
θα  τις ξεπερνάει

Υπάρχει και  
η άλλη πλευρά,
άγνωστο που οδηγεί


Το μεθύσι,
εξαργυρώνεται
με  καλό κρασί

Το φαί προστασία ,
η ομορφιά 
εκμετάλλευση

Αναδουλειά, 
λάθος πάλι
οι μετρήσεις

Τα πουλιά
πιάσανε μοιρολόι,
για να προσευχηθούν.

Το ψύχος αντέχεται,
αλλά τα χρόνια
κοροϊδεύουν

Μου κέρασαν ρακί
αλλά εγώ ήμουν
σε παλιό μεθύσι.

Αυτή τη στιγμή
αρκέστηκα 
σε πηγή ζωής 

Τα παπούτσια μου στένεψαν,
 κάπου όμως
 είχα να πάω

Είμαι βουτηγμένος
 στον ιδρώτα
μα το χωράφι καρπερό

Αγκάλιασαν την θάλασσα,
την ανάγκη τους
 να δέσουν

Εδώ φευγατίζουν
τα όνειρα,
σε μακρινούς τόπους

Μια κλεμμένη στιγμή 
θησαυροφυλάκιο
αισθημάτων.

ΣΑΛΟΝΙΚΗ 
έτσι κοιμάται
ολόγυμνη

Αν διάλεγα
 απ’ την πόλη μου
θα ‘κλεβα τον βαρδάρη της

Άκουσα 
το βράδυ εμβατήρια 
γέμισα με έκπληξη 

Καθώς ξήλωνα
 το πουλόβερ
συνάντησα το βλέμμα του

Έφευγα, 
είδα βλέμμα ταπεινωμένο,
το ξανασκέφθηκα

Οι βελόνες 
της μάνας
 ακόμη συναντώνται

Της είπα της μάνας
 ότι νύχτωσε
 μα αυτή επέμενε

Δεν ακούγεται
 η θάλασσα
λησμόνησε το τραγούδι της

Τα νυχτοπούλια
δεν ακούγονται
κάποιο μαντάτο θα ναι

Ακουσα 
τα φτερουγίσματα της, 
δεν ήταν η καρδιά μου

Αντιστάθηκα 
όσο μπορούσα
το κύμα φάνηκε πιο δυνατό

Τα χαμόγελα
 έδειχναν λύπη
 και οι χειραψίες απελπισία

Θα προτιμούσα 
να πετάξω
μου λείπουν τα φτερά

Τα δένδρα 
μίλησαν στην δική τους γλώσσα 
ακατανόητη

Το νερό στο ρυάκι
 θυμήθηκε 
το πονεμένο του τραγούδι

Δεν ακούγονται φωνές, 
έχασαν 
τον παλμό της θάλασσας

Πώς να δέσει
το σήμερα με το χθες
γεννήθηκαν άλλες μέρες

Δεν ζύγισα καλά
 με μπέρδεψε
 η οκά με το κιλό

Αρνήθηκα την κόλαση ,
βρέθηκα
στα κύματα

Τα κύματα γίνανε στρώμα,
γίνανε τάφος, 
γίνανε λάθος

Δεν είναι 
μόνο έρωτας,
το σήμα στην καρδιά

Οι συγνώμες 
εξαντλήθηκαν
ας περιμένουμε

Απροσδόκητη  λησμονιά 
ένα μαντίλι
του ‘κρυβε τα μάτια

Ψάχνω να βρω 
μια καθαρή ματιά
σ’ αυτήν θ’ ακουμπήσω

Δύσκολο 
το πρωινό ξύπνημα
δεν περιλαμβάνει χαρά

Ξημέρωσε, 
τα σκεπάσματα 
βάραιναν από τις σκέψεις

Το κουδούνι της πόρτας
πλάνταξε 
στο κλάμα

Η ζωή 
τις πετσόκοψε άσπλαχνα 
δεν πρόσεξε το μεράκι τους

Όλοι ενηλικιωθήκαμε
όπως άλλωστε
 εσείς κι εγώ.

Διέκριναν την δειλία μου
κι οπισθοχώρησαν
 σαστισμένοι

Είναι η στιγμή
 της αλήθειας 
όλοι θέλουν το φαγητό τους

Δεν φθάνει 
να τον ξέρεις τον δρόμο
μένει να τον διαβείς

Τα άσκοπα λόγια
τα παρέσυρε
 η  βροχή

Ζωγράφισα με το βλέμμα 
την διαδρομή
έχει θλίψη

Όλοι μείναμε μόνοι 
όπως άλλωστε
 εσείς κι εγώ

Τα πουλημένα σπίτια
ξέρουν να φροντίζουν 
τους προδομένους

Οι λησμονημένοι
 αφήνουν ενέχυρο
 την αγάπη τους

Τα  σαπιοκάραβα
 δεν τ' αφήνουν
 να πεθάνουν μόνα

Πνίγηκαν
με τα δάκρυα
του θανάτου τους.

Άγριο 
το ζευγάρωμα στις γάτες
ξέρουν από μοναξιά

Έκανε πέρα ο σκύλος
να δώσει θέση
 στην παγωνιά

Κονταροχτυπιούνται
 οι βάρβαροι
για το περίσσιο κρέας

Πόσες αμαρτίες
 πληρώνει ένα κύμα

Έχω μια πρόκληση
 που χρειάζεται 
μεγάλη προσπάθεια

Μου χαμογέλασε
η  μέρα 
γι’ αυτό θα την χαρώ

Θ’ ακολουθήσω 
την ροή του νερού
να ξεδιψάσω

Αποστρέφομαι
 τα χαρτοφυλάκια
 περιέχουν τρόμο

Οι φοβίες μου
είχαν 
μια σύγκρουση μαζί μου

Η γαλήνη μου
παραδόθηκε
σε ψευδαισθήσεις

Τα  χαμένα όνειρα
άκοπα λόγια 
στα σκυλάδικα

Τα λάθη
 μέσα στην ιστορία
 διορθώνονται

Ο φωτογράφος
 χάρισε τον εαυτόν του
 στις εικόνες του

Με φτιασιδώματα
 επουλώνονται
 τα σπυριά

Ξέμεινα 
από ερωτήσεις
 στον χρόνο των απαντήσεων

Αγρίεψε το βλέμμα τους
φοβάμαι 
την ανθρωπιά τους

Την ποιο πικρή διαδρομή
δείχνουν 
οι λεπτοδείκτες

Η ποιο γλυκιά διαδρομή
είναι ντυμένη
 με όνειρα

Oι ψευδαισθήσεις μου,
δεν εννοούν 
να καταλάβουν

Όταν  χάθηκε το φως
 άρχισε 
η επόμενη μέρα

Όταν η βροχή
 κοπάζει
 τα δάκρυα ξενυχτάνε.

Δεν υπάρχουν
 απομιμήσεις
 είναι γνήσια κινέζικα

Κάποιος να μου πει
 το φλιτζάνι
να μη ξεμείνω από όνειρα

Λιγόστεψαν 
οι αφελείς
περίσσεψαν τα ψέματα

Ξέφυγαν
 τα όνειρα
τα βρήκε το φεγγάρι


Μόλις ξεμύτισε κάποιος 
τον πετροβόλησα
πληγώθηκα


Το καλοκαίρι
 χάθηκα 
στις τρομαγμένες θάλασσες 

Ανοίγοντας την πόρτα
διάβηκα
στην  εγκατάλειψη.


Θα έρθει η στιγμή
να διαλέξεις
ποιός είσαι