Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

στιγμές της μνήμης, Τάσος Ορφανίδης

Έχω φυλάξει ένα θησαυρό
που ‘χει χαράξει την στιγμή της μνήμης,
γένηκε όνειρο
Φωτογραφία Σοφία Λαμπίκη (από τον τοίχο της Μαρίνας Χ΄’Κυριάκου)

"προσφυγιά"

 Ζήτησαν ακριβή ανταλλαγή,
τους φίλους να μη  φιλοξενήσω.
Ο τόπος μου τέτοιο δεν το συγχωρεί.

Το στομάχι άδειο,
ψάχνει τροφή
στον λεύτερο ουρανό

Δεν φθάνουν οι σάρκες
για να χορτάσουν
τ’ αρπαχτικά πουλιά

Έχασα τις λεπτομέρειες
ήταν μια απρόσεκτη στιγμή,
σε μια σκοτεινή μέρα.


Καρτέρησα στη βροχή τα βήματα σου
αλλά σε πήραν κρεμασμένο,
με αιφνιδίασαν

Σπάστε τα δεσμά,
σαν υπόκουφος θόρυβος ακούγεται,
μήπως γίνεται κάτι;

Τα μαγικά όνειρα είναι φυλαγμένα
σε κλειστά μάτια,
εξοστρακίζονται όταν ανοίξουν.

Το όνειρο,
σημαδεύτηκε θανάσιμα
απ’ αστραπές και βροντές

Σε κακοτράχαλα μονοπάτια
βάδισαν τα όνειρα ,
γέμισαν τραύματα οι πατούσες.

Το κύμα έμεινε μόνο
Γέμισε το πέλαγος με κακουχίες

Πόσο θα θελα να πιστέψω
όλα όσα μου λένε,
αλλά το γαμώτο μου αντιστέκεται.

Το μονοπάτι  ακόμη κρατά ,
δεν θα χαθεί κανείς.
Θα χουν πυξίδα  το φως που αχνοφέγγει.

Το τραπέζι μου είναι στρωμένο,
όλοι χώρεσαν,
έχει να φάει  και το σκυλί.

Εγώ κοιτώ προς την δική σου πατρίδα
και συ προς την δική μου ,
έτσι θα βαδίσουμε.

Ήθελα να προλάβω τις στιγμές
αλλά με σταμάτησαν στα μισά

"μη κάνεις ότι σου λένε",
 μου το ψιθύρισαν στ' αυτί
 και μου άρεσε

Ας διπλοκλειδώσουμε τις σκέψεις μας, Τάσος Ορφανίδης



Ας διπλοκλειδώσουμε τις σκέψεις μας,
τα συναισθήματα  λεύθερα,
ταξιδεύουν σε άγνωστες θάλασσες.


Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού 


"αλκολίκι"

Η ρακί σήμερα ήταν καλή φίλη.
Τον γλυκοκοίταζε και του μιλούσε
κι αυτός την χάιδευε.

Κοιτώντας το βάθος του ποτηριού
είχε την δική του λατρεία.

Δεν το ‘παιρνε το βλέμμα του απ’ εκεί,
μια αυτός μια αυτή
παρεάκι ήταν.

Με ποτήρια μπύρας δρόσισα τα όνειρα μου,
το τραπέζι γύρισε ανάποδα
δεν άντεξε το βάρος τους.

Βλέπω μόνο τον πάτο,
μεθυσμένο να ταιριάζει
με τα σκοτάδια της αμφιβολίας

"περί έρωτος"

Μου πες να περιμένω
δεν σ’ άκουσα,
πήρα το επόμενο λεωφορείο

Χάνομαι σ’αυτό τον πλανήτη,
για να βρω τον δικό σου

Σε ξένη αυλή ακούμπησε
το γέλιο,
να ξεκουραστεί.

Το χαμόγελο σου ,
 μια αχτίδα που ‘σερνε
 το φως της μέρας

Την ομορφιά,
κυνηγά  ένα φιλί
και το χαμόγελο για να συνέλθει
 
Οι ξεχωριστές νύχτες,
ξεχάστηκαν  στην ομορφιά τους.
τις ξελόγιασαν οι έρωτες.

Τι άλλο από ένα δάκρυ πονεμένο
μαρτυρά του έρωτα,
τις αμφιβολίες η τις ενοχές

Έχουν στραγγίσει τα δάκρυα
δεν φθάνουν για να γεμίσουν
το ποτήρι στον έρωτα

Τι να κάνει η καρδιά.
τα πόδια λυγάνε
και τα χέρια τρέμουν

για να αγκαλιάσουν την φωτιά.