Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

"το καρτέρι της βροχής" Τάσος Ορφανίδης

Ο πατέρας μου κάθε πρωί πλησίαζε μ’ ένα κρυφό χαμόγελο το ημερολόγιο στον τοίχο, άπλωνε το χέρι έπιανε ένα φύλο της ημέρας, το γύριζε ανάποδα και διάβαζε περισπούδαστα το στιχάκι σχολιάζοντας το. 

Έτσι ένιωσα κι εγώ  στην πρώτη μου επαφή με τα μικρά ποιηματάκια.
Είναι οι αλήθειες μου που θέλησα να μοιραστώ μαζί σας, είναι η απλότητα τους στο μεγαλείο της ποίησης με τον ιδιότυπο χαρακτήρα τους.

Τάσος Ορφανίδης







Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Μου έχουν απομείνει γνώριμοι,
ο άνεμος και το κύμα,
μας έχει συμφιλιώσει η  αγρίμια μας.

Μου κέρασαν ποτό
αλλά εγώ το προσπέρασα,
αρκέστηκα σε παλιό μεθύσι.

Τα παπούτσια μου στένεψαν,
έτσι και αλλιώς,
δεν είχα να πάω πουθενά.


Έπιασα την μικρή από το χέρι,
δεν τα κατάφερα να την περάσω απέναντι,
έμεινα στα μισά του δρόμου.

Οι λέξεις μαζεύτηκαν οργισμένες στο χαρτί,
αλλά αυτή που φωνάζει  πολύ,
<γαμώτο μου>

Η πόρτα μαντάλωσε και
το κλειδί έμεινε έξω από την πόρτα ,
ποιον να φωνάξω όλοι φύγανε.

Ένας σπουργίτης σήμερα με κάλεσε
αλλά τον είδα με κλειστά τα μάτια,
δεν πρόλαβα να κρύψω το δάκρυ μου.

Με την ψυχή γιομάτη,
δεν πρόκα μα να δω διαφορά
απόρησα για  την αγάπη της.

Αράχνιασε η εικόνα γύρω της
έχουν μαζευτεί πολλές αναμνήσεις
με πρόδωσε το κλάμα μου.

Τι συμβαίνει με τόσες απορίες;
το  λίγο το δικό μας έγινε πολύ δικό τους,
γιατί τόσο βιασύνη;

Το τζάμι έχει ραγίσει
δεν θ’αντέξω  απροσδόκητα τραύματα,
οι πληγές κακοφορμίζουν.

Πως ν’ αντικρίσουν το μακάβριο τέλος,
δεν πεθαίνουν έτσι τα παλικάρια,
τους έγινε εύκολο σαν συνήθεια.

Τα βλέφαρα με το ζόρι κρατιούνται ανοιχτά,
προετοιμάστηκαν ν’ αντικρίσουν την άνοιξη,
αλλά βρίσκονται μπροστά στην άβυσσο.

Μου έτειναν το χέρι τους
κι εγώ το ασπάστηκα τρέμοντας τους κεραυνούς τους,
λησμόνησα  την δύναμη που 'χει ο  τόπος μου.

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Η βόλτα μου ήταν δανεική,
μου έβαλαν όρια κι εγώ τ’ ανέχτηκα,
μισή ντροπή δική τους μισή δική μου.

Ξεχαστήκαμε στα όνειρα, 
η πορεία της ζωής μας διέψευσε,
αλλά εμείς  αθεράπευτα ρομαντικοί.


Έμεινα κολλημένος σε προσδοκίες,
ξέπνοα γυρίσματα του μυαλού,
δεν θα το ξαναπάθω σου τ’ ορκίζομαι.

Όταν μου χτύπησαν την πόρτα,
το εξέλαβα σαν φιλική χειρονομία,
τα σκυλιά μου είχαν αντιρρήσεις .

Τα χαμόγελα με τα δάκρυα γίνανε ταίρι,
γνωρίστηκαν στο μακρινό τους ταξίδι,
που τους χάρισε εκπλήξεις.

Οι καινούργιοι φίλοι,
ακολούθησαν τις ακτίνες του ήλιου,
για να βρουν το κονάκι μου.

Η έξοδος,
είναι ζωγραφισμένη στο δάχτυλο
η αδιέξοδος στο βλέμμα.

Για δες πως αποτυπώνονται τα ίχνη τους,
έκαμαν τατού στο σώμα μας,
την ολέθρια διαδρομή τους.

Όταν κάτι το ξανασκέφτομαι,
διαπιστώνω ότι βιάστηκα,
για ν’αποφασίσω.

Σκιάστηκα σήμερα,
ένιωσα ότι γέρασα
και δεν πρόλαβα να σας γνωρίσω.

Ένας από τους θαλασσινούς κόμπους ,
άλλαξε όψη κι έγινε θηλιά,
μάλλον κάτι θα θελε να μου θυμίσει.

Το φεγγάρι είναι γιομάτο
κι ο ουρανός πλημμύρισε  αστέρια,
το χαμόγελο θα λείπει.

Πρόσεξα συμφιλίωση,
ο σκύλος με την γάτα,
τρώνε απ’ το ίδιο πιάτο.

Ακόμη κοιμούνται βαριά,
τα πουλιά σταμάτησαν το πρωινό τους τραγούδι
επειδή τα τζιτζίκια σώπασαν.

Οι λαβωματιές μετρήθηκαν πάνω μου,
οι καταιγίδες δεν σταμάτησαν
να λυσσομανούν ακόμη .

Σήκωσε το χέρι της για να με σταματήσει
κι εγώ το πήρα,
ότι με προσκάλεσε σε γεύμα.

Όταν μου μιλούν σιγά στο αυτί,
νιώθω ότι άλλαξα συνήθειες,
άρχισα να κάνω παρέα με ρουφιάνους.

Άναψα το φως στο κομοδίνο,
πήρα το πακέτο τα τσιγάρα κι άναψα ένα,
η φωτιά πρόδωσε τις διαθέσεις μου.

Κάρφωσα το βλέμμα μου κατευθείαν στο κέντρο,
με πρόδωσαν οι πλευρικοί καθρέφτες,
αποκάλυψαν τις αδυναμίες μου.



Μόνο οι σελίδες ενός διαβασμένου βιβλίου,
μπορούν να μου θυμίσουν ότι πέρασα από εκεί.
η ύπαρξις μου εξουδετερώθηκε βάναυσα.

Οι ευχές των φίλων μια λύτρωση,
οι μέρες έχουν βαρύνει,
το παλεύω ανεπανόρθωτα.

Άλλη μια χρονιά προστέθηκε στους ώμους,
τα βάρη που φορτώθηκαν ήρθαν απ’ τα λάθη.
τι μου φταίνε τα χρόνια;

Κάθε φορά που τα μάτια τους
έφευγαν στο άπειρο,
η δική μου προσπάθεια έμενε άκαρπη.

Ταραχώδης η νύχτα αυτή ,
ο ταξιδιώτης επέστρεψε άπραγος
και οι συμμετοχές λιγόστεψαν.

Θυμάμαι το πόνο,
όταν ξυπνούσε τις αδυναμίες μου,
εγώ ήμουνα πάντα εκεί.

Γέμισε σκόνη και λάσπη παντού,
οι άγνωστοι αυξήθηκαν
και ο τόπος δεν φαντάζει οικείος.

Όταν χρειάστηκε κάπου να ακουμπήσω,
βρήκα τον ώμο σου πρόθυμο για να γύρω,
αυτό χρειαζόμουν μου φτάνει.

Και η προσμονή έχει κουράσει,
γι’ αυτό άλλαξα ρότα,
βρήκα την αποστροφή που να ταιριάζει .

Χρειάζομαι να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου,
να ζωγραφίσω ξανά τα όνειρα μου.
Χρειάζομαι  να βρω γαλήνια θάλασσα .

Την επανάσταση την κρατώ φυλαγμένη για μένα,
για να την μοιραστώ,
όταν θα έχω το κλειδί που θα ταιριάξει.

Μου είναι δύσκολο να θωρακίσω την έρωτα μου,
αγκαλιάζει λίμνες, βουνά, θάλασσες, χρώμα,
φως, έναστρο ουρανό.

Μα γιατί είμαι βουτηγμένος στον ιδρώτα,
ενώ η θάλασσα είναι ένα βήμα ,
σκέφτομαι την ανατροπή .

Καθημερινά αντιμετωπίζω την πρόκληση της,
αλλά εγώ αποστρέφω το βλέμμα αδύναμα.
Η δροσιά της δεν με γοητεύει πλέον .

Ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα
Το καλοκαίρι επιμένει να με διαψεύδει,
με κολασμένο περίγυρο.

Με κάρφωσαν οι λέξεις αγαπημένου τραγουδιού,
όλα τα χαμόγελα και όση ελπίδα είχα,
τα πήρανε οι αγέρηδες, πικρή ανταλλαγή.

Τα πάθη φυλλορροούν,
 εστίες γίνηκαν πολλές,
 τα πολεμοφόδια λιγόστεψαν .


Μου φόρεσαν μαύρη στολή, γυαλιά σκούρα
και μου έδειξαν τον δρόμο.
Πως έμεινα δίχως λαλιά ;

Φοβάμαι τους ίσκιους,
η συμπεριφορά άλλαξε συνήθειες,
κυκλοφορεί ντυμένη με κουκούλα.



Οι μουσικές κρατούν τα βλέφαρα ανοιχτά
για την Eλλάδα του κάποτε,
να ζει το σήμερα προκαλώντας το αύριο.

Όταν τα όργανα παίζουν,
κοιμούνται τα πουλιά
και τα αγρίμια γυροφέρνουν .

Τα χαρτιά έβγαλαν μπαλαντέρ
και τα ζάρια ντόρτια ,
είμαι άσχετος με τα παίγνια.

Αρπαχτικά γέμισαν
τον καταγάλανο ουρανό,
η μόνη διέξοδος το τελευταίο κύμα.

Εκεί που την πάλευα την χώνεψη,
μου κάθισε πάλι
στο στομάχι το βαρίδι.

Αυτές τις μέρες ,
αρκετοί οι ζωντανοί,
ακόμη που αντέχουν!
  
Έχω ξεμείνει από ζωή ,
ας πάρω μια τζούρα
κι ας είναι δηλητήριο.

Μου ζήτησαν να πληρώσω τα χρέη,
με την περηφάνια μου,
αλλά εγώ την φύλαγα για τα παιδιά μου.

Με βρήκαν θυμωμένο
και με ταπείνωσαν ,
πλήρωσα με ακριβό τίμημα.

Έκρυψα το πρόσωπο μου,
στις δυο παλάμες,
για να αποφύγω την σκέψη σου.

Τα μάτια σου περιέγραφαν,
τον θάνατο μου,
τρόμαξα υστερικά.

Μετά από βαθύ ύπνο,
άνοιξα τα μάτια μου,
σε άγριο τόπο.

Τα πλατάνια χάσανε τα φύλλα τους,
τα γάργαρα νερά κυλούν αθόρυβα,
ας κάνουμε ησυχία.

Το όνειρο μου 'κρυβε μυστικά
κι εγώ έψαξα βαθιά,
μέσα στο σκοτάδι.

Το δάκρυ μου μαχαίρι θα κοπεί,
απ’ την θηλιά που μου 'βαλες πριν λίγο,
το δένδρο όμως είναι σπόρος δικός μου.

Η σκλαβιά δεν είναι δική μου,
την βρήκα δανεική
και την επέστρεψα.

Τα τραύματα γίνανε πολλά,
ακόμη θυμάμαι,
εκείνο το στοργικό χέρι.

Έχασα το ταξίδι μου,
η θέση ήταν πιασμένη,
για πάντα.

Χρειαζόμουν λίγο κάπου ν' ακουμπήσω,
αυτό το παγκάκι θυμάμαι,
ότι δεν το έφερα εγώ.

Τα ψάρια στρέψανε αλλού την προσοχή,
το τραπέζι θα μείνει πάλι αδειανό
πολλοί είναι αυτοί που λυπηθήκανε.

Έμεινα αρκετά εκτεθειμένος,
συχνά μου συμβαίνει,
τον τελευταίο καιρό.

Σήμερα που ανακτήσαμε το εθνικό φρόνημα, 
η θάλασσα θύμωσε
και ο ουρανός  έκρυψε τον ήλιο.

Τσαλάκωσα το πείσμα μου ,
μου 'καναν δώρο λέξεις φονικά
που τ'αναγνώρισα .

Μου κλέψανε το χαμόγελο
κι εγώ το χα ακριβό,
δεν τους είναι  φιλικό.

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Πολλές γίνανε οι φυλακές λίγα τα παραθύρια,
αφιλόξενος φαντάζει ο τόπος
και τα πουλιά του φεύγουν τρομαγμένα.

Έχω ακόμη το μαύρο στα μάτια,
περίεργο μου φαίνεται,
της μέρας το φως .

Έχω μπροστά μου Ερινύες,
είναι αργά πλέον για άλλες νύχτες!
προηγήθηκαν οι άλλες.

Το πνεύμα έμεινε παγιδευμένο,
πολλές γίνανε οι πληγές,
που χρειάζονται να επουλωθούν.

Έγινα ξένος σε άγνωστο τόπο
με άγρια πουλιά,
οι φτερούγες τους σκιάζουν τις αποφάσεις μου.

Μου φόρεσαν φράκο
κι ένα ψηλό καπέλο,
δεν ταιριάζουν με τον πολιτισμό μου.

Μου ζήτησαν να πληρώσω τα χρέη μου
 με πλεόνασμα περηφάνιας,
 κληρονομιά ακριβή την έχω φυλαγμένη.

Αυτή την ώρα,
όλα γύρισαν ανάποδα,
με βουρδουλιές μαστιγώνουν την γνώμη μας.

Αναρωτιέμαι,
γιατί να λέγομαι άνθρωπος,
εφόσον δεν μπορώ να είμαι;

Από παντού υπάρχει σαματάς,
με το στανιό κουμάντο
απογοητεύτηκε το κουράγιο.

Θα δείξει η  μέρα αν χαμογελά η κλαίει,
αν ο ήλιος θα φανεί με κέφι ή
θα στήσει η βροχή καρτέρι.

Ήρθε η σημερινή μέρα ,
δεν έχει το χθες

και το αύριο μου είναι άγνωστο .

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος