Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

απρόβλεπτες καταστάσεις ,Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφίες Μιχάλης Ματζαβίνος
    
    σ’ αυτή την γειτονιά οι άγρυπνες νύχτες έχουν πάρει τα όπλα τους


Επιπλήξεις

Τα ‘κανα ανάκατα,  
σταματάτε να βαράτε, 
δεν είμαι πια  ξεφτέρι.  

Σφράγισε η πόρτα, 
μπήκαν πάνω τα καρφιά, 
λάθεψαν που τα στράβωσαν στο κάρφωμα

Ήμουν εξαγριωμένος
αλλά ο θυμός μου ξέφυγε στον διπλανό μου 
όταν αγκομαχούσε

Πάλιωσαν οι συνήθειες
βάραιναν στην επανάληψη,
βαρετή συνήθεια

Τα Μαχαίρια μαζεύτηκαν με το στανιό,
μήπως λοξοδρομήσουν 
στον θυμό πάνω

Εισπράξανε τα τιμαλφή,
την ώρα που ξενυχτούσε η αγωνία.
φάνηκε  βρώμικη η συναλλαγή

Στον αριθμό 25
αντάμωναν τα γηρατειά,
εκείνα που δεν ξαναβρεθήκανε.




Εμπόλεμες καταστάσεις

Να σκεφθεί κανείς
ίσα που πρόλαβα να πω καληνύχτα,
ήθελα  να δηλώσω  ετοιμοπόλεμος

Στήσανε καυγά με τις ανάσες τους,
το ακροατήριο τους βρήκε κουρασμένους

Πιάσανε κουβέντα μάχιμη,
το θέμα εξαντλήθηκε προ πολλού

Με δυνατές ματιές λαβώθηκαν,
δεν έχουν άλλα πολεμοφόδια

Με μαχαίρια κοφτερά 
κομμάτιασαν την τράπουλα,
λείπει το μπαλαντέρ

Τα δανεικά βάφηκαν
με χρώματα πολέμου,
δύσκολο να εξαργυρωθούν 



Κι εκεί που έτρεχα μονάχος είδα πολλούς ν’ ακολουθούν, μια σφαίρα μας κυνηγούσε όταν εμείς την προσπεράσαμε 

Αστάθμητοι παράγοντες 

Όταν βρίσκεσαι στην διαχωριστική γραμμή,
δύσκολο ν’ αποφασίσεις 

Ακριβή λεπτομέρεια,
μου δείχνει την γύμνια της αλήθειας μου 

Σ’ αυτό το παγκάκι,
έγειραν να ξαποστάσουν τα δύσκολα χρόνια 

Διέκρινε το πέταγμα της σκέψης
κι έγραψε ένα ποίημα 

Ανάμεσα στα χρώματα του φθινοπώρου,
διάλεξα αυτό που ταιριάζει με τα μάτια σου

Μη περιμένεις να σου πω καληνύχτα,
θα παραμείνω ξάγρυπνη 

Πώς να μη ταξιδέψεις,
όταν δάσος από κατάρτια
σε καλούν να ανοίξεις πανιά 

Η φύση απλώνει σιγά τα φτερά της
να υποδεχθεί το λευκό άρχοντα 

Όσοι μένουν μόνοι, 
ανταμώνουν σιωπηλά με τον χρόνο

Ανάγλυφες οι μέρες 
και τα χρόνια 
αντικριστά βαδίζουν

Ο χρόνος γίνεται αδίστακτος 
με το αποτύπωμα του 
να φαίνεται  άγριο στο πρόσωπο 

Με κάλεσε το άρωμα
αλλά η ομορφιά με σκλάβωσε 

Όταν η ευλογία πλησιάζει το αδύνατο 
από χαμηλά σε τρομάζει
από ψηλά σε συναρπάζει

Όταν η φύση γίνεται εικαστικός πίνακας 
το φθινόπωρο ετοιμάζεται
να παραδώσει την σκυτάλη στον χειμώνα 

Όταν ο άνεμος πήρε το πινέλο του 
και ο χρόνος την σπάτουλα του
στέκουν με θαυμασμό στο δημιούργημα τους 

Διαφορετικός προορισμός
για  ένα μπουκέτο αγριολούλουδα
να συνοδεύουν την θλίψη στα μάτια. 

Οι βραδιές μπορούν να διαφέρουν
 όταν οι δρόμοι τους αλλάζουν 

Εκεί που η ζωή σου δείχνει
το δρόμο της ελευθερίας,
σκέψου σαν τα ελεύθερα πουλιά 

Όταν τα γκράφιτι
έχουν απάντηση σε κάθε τι
ανοίγουν οι ορίζοντες 

Χρειαζόμουνα αφοσίωση
ήρθαν κοντά  μου να μου το θυμίζουν 

Όταν τα γκράφιτι 
χτυπάνε στην καρδιά και στο στομάχι 

Εδώ σταματάει το όνειρο
να ξαποστάσει για λίγο 

Όσα θα θελε να πει
είναι αυτά που δεν ακούγονται 


Ανοίγοντας την πόρτα 
βρήκα γέφυρες 

Χρειάζεται να μπορείς
ν’ αντέξεις τις καταιγίδες
όταν άγρια λυσσομανούν πάνω σου 

Το βλέμμα ζωγράφισε την διαδρομή
 σε γαλήνια μονοπάτια 

Ένας θησαυρός έχει χαράξει το φως της μέρας 


Ψάχνω να βρω μια καθαρή ματιά

 ν’ ακουμπήσω






Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

τα Χαϊκού μου , Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού
Ήταν
μια καλή στιγμή
μιας δύσκολης μέρας

Έχω φυλάξει
ένα θησαυρό που ‘χει
χαράξει την στιγμή

Σπάστε τα δεσμά
σαν υπόκωφος θόρυβος
ακούγεται

Ακρωτηριασμένες στιγμές
της μνήμης.
Σκοτεινές μέρες

Σ’ αυτή την σιγαλιά,
δεν θα με βρουν
οι άγρυπνες νύχτες

Τσάμπα ξενύχτι 
και βαβούρα
λάθεψαν τα  όνειρα.

Κίνησε την προσοχή
η αθωότητα τους
βέλαζαν

Οσμίστηκαν
τις διαφορές τους,
χωριστήκανε

Φέτος 
είχες να χαρείς  
μη το λησμονήσεις

Ο κόσμος 
γύρισε ανάποδα
άδειασαν οι τσέπες του

Το μαχαίρι
δεν υπολογίζει θύματα,
πονάει στο κόψιμο

Θυμήθηκαν τα δάκρυα,
πως πόνεσαν 
πριν την καταιγίδα

Έσπασαν 
τα αισθήματα
με τσάκισαν τα κομμάτια τους

Ακριβή λεπτομέρεια,
μου θυμίζει
την γύμνια της

Τις μοναδικές στιγμές,
κάποια 
θα  τις ξεπερνάει

Υπάρχει και  
η άλλη πλευρά,
άγνωστο που οδηγεί


Το μεθύσι,
εξαργυρώνεται
με  καλό κρασί

Το φαί προστασία ,
η ομορφιά 
εκμετάλλευση

Αναδουλειά, 
λάθος πάλι
οι μετρήσεις

Τα πουλιά
πιάσανε μοιρολόι,
για να προσευχηθούν.

Το ψύχος αντέχεται,
αλλά τα χρόνια
κοροϊδεύουν

Μου κέρασαν ρακί
αλλά εγώ ήμουν
σε παλιό μεθύσι.

Αυτή τη στιγμή
αρκέστηκα 
σε πηγή ζωής 

Τα παπούτσια μου στένεψαν,
 κάπου όμως
 είχα να πάω

Είμαι βουτηγμένος
 στον ιδρώτα
μα το χωράφι καρπερό

Αγκάλιασαν την θάλασσα,
την ανάγκη τους
 να δέσουν

Εδώ φευγατίζουν
τα όνειρα,
σε μακρινούς τόπους

Μια κλεμμένη στιγμή 
θησαυροφυλάκιο
αισθημάτων.

ΣΑΛΟΝΙΚΗ 
έτσι κοιμάται
ολόγυμνη

Αν διάλεγα
 απ’ την πόλη μου
θα ‘κλεβα τον βαρδάρη της

Άκουσα 
το βράδυ εμβατήρια 
γέμισα με έκπληξη 

Καθώς ξήλωνα
 το πουλόβερ
συνάντησα το βλέμμα του

Έφευγα, 
είδα βλέμμα ταπεινωμένο,
το ξανασκέφθηκα

Οι βελόνες 
της μάνας
 ακόμη συναντώνται

Της είπα της μάνας
 ότι νύχτωσε
 μα αυτή επέμενε

Δεν ακούγεται
 η θάλασσα
λησμόνησε το τραγούδι της

Τα νυχτοπούλια
δεν ακούγονται
κάποιο μαντάτο θα ναι

Ακουσα 
τα φτερουγίσματα της, 
δεν ήταν η καρδιά μου

Αντιστάθηκα 
όσο μπορούσα
το κύμα φάνηκε πιο δυνατό

Τα χαμόγελα
 έδειχναν λύπη
 και οι χειραψίες απελπισία

Θα προτιμούσα 
να πετάξω
μου λείπουν τα φτερά

Τα δένδρα 
μίλησαν στην δική τους γλώσσα 
ακατανόητη

Το νερό στο ρυάκι
 θυμήθηκε 
το πονεμένο του τραγούδι

Δεν ακούγονται φωνές, 
έχασαν 
τον παλμό της θάλασσας

Πώς να δέσει
το σήμερα με το χθες
γεννήθηκαν άλλες μέρες

Δεν ζύγισα καλά
 με μπέρδεψε
 η οκά με το κιλό

Αρνήθηκα την κόλαση ,
βρέθηκα
στα κύματα

Τα κύματα γίνανε στρώμα,
γίνανε τάφος, 
γίνανε λάθος

Δεν είναι 
μόνο έρωτας,
το σήμα στην καρδιά

Οι συγνώμες 
εξαντλήθηκαν
ας περιμένουμε

Απροσδόκητη  λησμονιά 
ένα μαντίλι
του ‘κρυβε τα μάτια

Ψάχνω να βρω 
μια καθαρή ματιά
σ’ αυτήν θ’ ακουμπήσω

Δύσκολο 
το πρωινό ξύπνημα
δεν περιλαμβάνει χαρά

Ξημέρωσε, 
τα σκεπάσματα 
βάραιναν από τις σκέψεις

Το κουδούνι της πόρτας
πλάνταξε 
στο κλάμα

Η ζωή 
τις πετσόκοψε άσπλαχνα 
δεν πρόσεξε το μεράκι τους

Όλοι ενηλικιωθήκαμε
όπως άλλωστε
 εσείς κι εγώ.

Διέκριναν την δειλία μου
κι οπισθοχώρησαν
 σαστισμένοι

Είναι η στιγμή
 της αλήθειας 
όλοι θέλουν το φαγητό τους

Δεν φθάνει 
να τον ξέρεις τον δρόμο
μένει να τον διαβείς

Τα άσκοπα λόγια
τα παρέσυρε
 η  βροχή

Ζωγράφισα με το βλέμμα 
την διαδρομή
έχει θλίψη

Όλοι μείναμε μόνοι 
όπως άλλωστε
 εσείς κι εγώ

Τα πουλημένα σπίτια
ξέρουν να φροντίζουν 
τους προδομένους

Οι λησμονημένοι
 αφήνουν ενέχυρο
 την αγάπη τους

Τα  σαπιοκάραβα
 δεν τ' αφήνουν
 να πεθάνουν μόνα

Πνίγηκαν
με τα δάκρυα
του θανάτου τους.

Άγριο 
το ζευγάρωμα στις γάτες
ξέρουν από μοναξιά

Έκανε πέρα ο σκύλος
να δώσει θέση
 στην παγωνιά

Κονταροχτυπιούνται
 οι βάρβαροι
για το περίσσιο κρέας

Πόσες αμαρτίες
 πληρώνει ένα κύμα

Έχω μια πρόκληση
 που χρειάζεται 
μεγάλη προσπάθεια

Μου χαμογέλασε
η  μέρα 
γι’ αυτό θα την χαρώ

Θ’ ακολουθήσω 
την ροή του νερού
να ξεδιψάσω

Αποστρέφομαι
 τα χαρτοφυλάκια
 περιέχουν τρόμο

Οι φοβίες μου
είχαν 
μια σύγκρουση μαζί μου

Η γαλήνη μου
παραδόθηκε
σε ψευδαισθήσεις

Τα  χαμένα όνειρα
άκοπα λόγια 
στα σκυλάδικα

Τα λάθη
 μέσα στην ιστορία
 διορθώνονται

Ο φωτογράφος
 χάρισε τον εαυτόν του
 στις εικόνες του

Με φτιασιδώματα
 επουλώνονται
 τα σπυριά

Ξέμεινα 
από ερωτήσεις
 στον χρόνο των απαντήσεων

Αγρίεψε το βλέμμα τους
φοβάμαι 
την ανθρωπιά τους

Την ποιο πικρή διαδρομή
δείχνουν 
οι λεπτοδείκτες

Η ποιο γλυκιά διαδρομή
είναι ντυμένη
 με όνειρα

Oι ψευδαισθήσεις μου,
δεν εννοούν 
να καταλάβουν

Όταν  χάθηκε το φως
 άρχισε 
η επόμενη μέρα

Όταν η βροχή
 κοπάζει
 τα δάκρυα ξενυχτάνε.

Δεν υπάρχουν
 απομιμήσεις
 είναι γνήσια κινέζικα

Κάποιος να μου πει
 το φλιτζάνι
να μη ξεμείνω από όνειρα

Λιγόστεψαν 
οι αφελείς
περίσσεψαν τα ψέματα

Ξέφυγαν
 τα όνειρα
τα βρήκε το φεγγάρι


Μόλις ξεμύτισε κάποιος 
τον πετροβόλησα
πληγώθηκα


Το καλοκαίρι
 χάθηκα 
στις τρομαγμένες θάλασσες 

Ανοίγοντας την πόρτα
διάβηκα
στην  εγκατάλειψη.


Θα έρθει η στιγμή
να διαλέξεις
ποιός είσαι  

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

στιγμές της μνήμης, Τάσος Ορφανίδης

Έχω φυλάξει ένα θησαυρό
που ‘χει χαράξει την στιγμή της μνήμης,
γένηκε όνειρο
Φωτογραφία Σοφία Λαμπίκη (από τον τοίχο της Μαρίνας Χ΄’Κυριάκου)

"προσφυγιά"

 Ζήτησαν ακριβή ανταλλαγή,
τους φίλους να μη  φιλοξενήσω.
Ο τόπος μου τέτοιο δεν το συγχωρεί.

Το στομάχι άδειο,
ψάχνει τροφή
στον λεύτερο ουρανό

Δεν φθάνουν οι σάρκες
για να χορτάσουν
τ’ αρπαχτικά πουλιά

Έχασα τις λεπτομέρειες
ήταν μια απρόσεκτη στιγμή,
σε μια σκοτεινή μέρα.


Καρτέρησα στη βροχή τα βήματα σου
αλλά σε πήραν κρεμασμένο,
με αιφνιδίασαν

Σπάστε τα δεσμά,
σαν υπόκουφος θόρυβος ακούγεται,
μήπως γίνεται κάτι;

Τα μαγικά όνειρα είναι φυλαγμένα
σε κλειστά μάτια,
εξοστρακίζονται όταν ανοίξουν.

Το όνειρο,
σημαδεύτηκε θανάσιμα
απ’ αστραπές και βροντές

Σε κακοτράχαλα μονοπάτια
βάδισαν τα όνειρα ,
γέμισαν τραύματα οι πατούσες.

Το κύμα έμεινε μόνο
Γέμισε το πέλαγος με κακουχίες

Πόσο θα θελα να πιστέψω
όλα όσα μου λένε,
αλλά το γαμώτο μου αντιστέκεται.

Το μονοπάτι  ακόμη κρατά ,
δεν θα χαθεί κανείς.
Θα χουν πυξίδα  το φως που αχνοφέγγει.

Το τραπέζι μου είναι στρωμένο,
όλοι χώρεσαν,
έχει να φάει  και το σκυλί.

Εγώ κοιτώ προς την δική σου πατρίδα
και συ προς την δική μου ,
έτσι θα βαδίσουμε.

Ήθελα να προλάβω τις στιγμές
αλλά με σταμάτησαν στα μισά

"μη κάνεις ότι σου λένε",
 μου το ψιθύρισαν στ' αυτί
 και μου άρεσε

Ας διπλοκλειδώσουμε τις σκέψεις μας, Τάσος Ορφανίδης



Ας διπλοκλειδώσουμε τις σκέψεις μας,
τα συναισθήματα  λεύθερα,
ταξιδεύουν σε άγνωστες θάλασσες.


Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού 


"αλκολίκι"

Η ρακί σήμερα ήταν καλή φίλη.
Τον γλυκοκοίταζε και του μιλούσε
κι αυτός την χάιδευε.

Κοιτώντας το βάθος του ποτηριού
είχε την δική του λατρεία.

Δεν το ‘παιρνε το βλέμμα του απ’ εκεί,
μια αυτός μια αυτή
παρεάκι ήταν.

Με ποτήρια μπύρας δρόσισα τα όνειρα μου,
το τραπέζι γύρισε ανάποδα
δεν άντεξε το βάρος τους.

Βλέπω μόνο τον πάτο,
μεθυσμένο να ταιριάζει
με τα σκοτάδια της αμφιβολίας

"περί έρωτος"

Μου πες να περιμένω
δεν σ’ άκουσα,
πήρα το επόμενο λεωφορείο

Χάνομαι σ’αυτό τον πλανήτη,
για να βρω τον δικό σου

Σε ξένη αυλή ακούμπησε
το γέλιο,
να ξεκουραστεί.

Το χαμόγελο σου ,
 μια αχτίδα που ‘σερνε
 το φως της μέρας

Την ομορφιά,
κυνηγά  ένα φιλί
και το χαμόγελο για να συνέλθει
 
Οι ξεχωριστές νύχτες,
ξεχάστηκαν  στην ομορφιά τους.
τις ξελόγιασαν οι έρωτες.

Τι άλλο από ένα δάκρυ πονεμένο
μαρτυρά του έρωτα,
τις αμφιβολίες η τις ενοχές

Έχουν στραγγίσει τα δάκρυα
δεν φθάνουν για να γεμίσουν
το ποτήρι στον έρωτα

Τι να κάνει η καρδιά.
τα πόδια λυγάνε
και τα χέρια τρέμουν

για να αγκαλιάσουν την φωτιά. 

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

"το καρτέρι της βροχής" Τάσος Ορφανίδης

Ο πατέρας μου κάθε πρωί πλησίαζε μ’ ένα κρυφό χαμόγελο το ημερολόγιο στον τοίχο, άπλωνε το χέρι έπιανε ένα φύλο της ημέρας, το γύριζε ανάποδα και διάβαζε περισπούδαστα το στιχάκι σχολιάζοντας το. 

Έτσι ένιωσα κι εγώ  στην πρώτη μου επαφή με τα μικρά ποιηματάκια.
Είναι οι αλήθειες μου που θέλησα να μοιραστώ μαζί σας, είναι η απλότητα τους στο μεγαλείο της ποίησης με τον ιδιότυπο χαρακτήρα τους.

Τάσος Ορφανίδης







Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Μου έχουν απομείνει γνώριμοι,
ο άνεμος και το κύμα,
μας έχει συμφιλιώσει η  αγρίμια μας.

Μου κέρασαν ποτό
αλλά εγώ το προσπέρασα,
αρκέστηκα σε παλιό μεθύσι.

Τα παπούτσια μου στένεψαν,
έτσι και αλλιώς,
δεν είχα να πάω πουθενά.


Έπιασα την μικρή από το χέρι,
δεν τα κατάφερα να την περάσω απέναντι,
έμεινα στα μισά του δρόμου.

Οι λέξεις μαζεύτηκαν οργισμένες στο χαρτί,
αλλά αυτή που φωνάζει  πολύ,
<γαμώτο μου>

Η πόρτα μαντάλωσε και
το κλειδί έμεινε έξω από την πόρτα ,
ποιον να φωνάξω όλοι φύγανε.

Ένας σπουργίτης σήμερα με κάλεσε
αλλά τον είδα με κλειστά τα μάτια,
δεν πρόλαβα να κρύψω το δάκρυ μου.

Με την ψυχή γιομάτη,
δεν πρόκα μα να δω διαφορά
απόρησα για  την αγάπη της.

Αράχνιασε η εικόνα γύρω της
έχουν μαζευτεί πολλές αναμνήσεις
με πρόδωσε το κλάμα μου.

Τι συμβαίνει με τόσες απορίες;
το  λίγο το δικό μας έγινε πολύ δικό τους,
γιατί τόσο βιασύνη;

Το τζάμι έχει ραγίσει
δεν θ’αντέξω  απροσδόκητα τραύματα,
οι πληγές κακοφορμίζουν.

Πως ν’ αντικρίσουν το μακάβριο τέλος,
δεν πεθαίνουν έτσι τα παλικάρια,
τους έγινε εύκολο σαν συνήθεια.

Τα βλέφαρα με το ζόρι κρατιούνται ανοιχτά,
προετοιμάστηκαν ν’ αντικρίσουν την άνοιξη,
αλλά βρίσκονται μπροστά στην άβυσσο.

Μου έτειναν το χέρι τους
κι εγώ το ασπάστηκα τρέμοντας τους κεραυνούς τους,
λησμόνησα  την δύναμη που 'χει ο  τόπος μου.

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Η βόλτα μου ήταν δανεική,
μου έβαλαν όρια κι εγώ τ’ ανέχτηκα,
μισή ντροπή δική τους μισή δική μου.

Ξεχαστήκαμε στα όνειρα, 
η πορεία της ζωής μας διέψευσε,
αλλά εμείς  αθεράπευτα ρομαντικοί.


Έμεινα κολλημένος σε προσδοκίες,
ξέπνοα γυρίσματα του μυαλού,
δεν θα το ξαναπάθω σου τ’ ορκίζομαι.

Όταν μου χτύπησαν την πόρτα,
το εξέλαβα σαν φιλική χειρονομία,
τα σκυλιά μου είχαν αντιρρήσεις .

Τα χαμόγελα με τα δάκρυα γίνανε ταίρι,
γνωρίστηκαν στο μακρινό τους ταξίδι,
που τους χάρισε εκπλήξεις.

Οι καινούργιοι φίλοι,
ακολούθησαν τις ακτίνες του ήλιου,
για να βρουν το κονάκι μου.

Η έξοδος,
είναι ζωγραφισμένη στο δάχτυλο
η αδιέξοδος στο βλέμμα.

Για δες πως αποτυπώνονται τα ίχνη τους,
έκαμαν τατού στο σώμα μας,
την ολέθρια διαδρομή τους.

Όταν κάτι το ξανασκέφτομαι,
διαπιστώνω ότι βιάστηκα,
για ν’αποφασίσω.

Σκιάστηκα σήμερα,
ένιωσα ότι γέρασα
και δεν πρόλαβα να σας γνωρίσω.

Ένας από τους θαλασσινούς κόμπους ,
άλλαξε όψη κι έγινε θηλιά,
μάλλον κάτι θα θελε να μου θυμίσει.

Το φεγγάρι είναι γιομάτο
κι ο ουρανός πλημμύρισε  αστέρια,
το χαμόγελο θα λείπει.

Πρόσεξα συμφιλίωση,
ο σκύλος με την γάτα,
τρώνε απ’ το ίδιο πιάτο.

Ακόμη κοιμούνται βαριά,
τα πουλιά σταμάτησαν το πρωινό τους τραγούδι
επειδή τα τζιτζίκια σώπασαν.

Οι λαβωματιές μετρήθηκαν πάνω μου,
οι καταιγίδες δεν σταμάτησαν
να λυσσομανούν ακόμη .

Σήκωσε το χέρι της για να με σταματήσει
κι εγώ το πήρα,
ότι με προσκάλεσε σε γεύμα.

Όταν μου μιλούν σιγά στο αυτί,
νιώθω ότι άλλαξα συνήθειες,
άρχισα να κάνω παρέα με ρουφιάνους.

Άναψα το φως στο κομοδίνο,
πήρα το πακέτο τα τσιγάρα κι άναψα ένα,
η φωτιά πρόδωσε τις διαθέσεις μου.

Κάρφωσα το βλέμμα μου κατευθείαν στο κέντρο,
με πρόδωσαν οι πλευρικοί καθρέφτες,
αποκάλυψαν τις αδυναμίες μου.



Μόνο οι σελίδες ενός διαβασμένου βιβλίου,
μπορούν να μου θυμίσουν ότι πέρασα από εκεί.
η ύπαρξις μου εξουδετερώθηκε βάναυσα.

Οι ευχές των φίλων μια λύτρωση,
οι μέρες έχουν βαρύνει,
το παλεύω ανεπανόρθωτα.

Άλλη μια χρονιά προστέθηκε στους ώμους,
τα βάρη που φορτώθηκαν ήρθαν απ’ τα λάθη.
τι μου φταίνε τα χρόνια;

Κάθε φορά που τα μάτια τους
έφευγαν στο άπειρο,
η δική μου προσπάθεια έμενε άκαρπη.

Ταραχώδης η νύχτα αυτή ,
ο ταξιδιώτης επέστρεψε άπραγος
και οι συμμετοχές λιγόστεψαν.

Θυμάμαι το πόνο,
όταν ξυπνούσε τις αδυναμίες μου,
εγώ ήμουνα πάντα εκεί.

Γέμισε σκόνη και λάσπη παντού,
οι άγνωστοι αυξήθηκαν
και ο τόπος δεν φαντάζει οικείος.

Όταν χρειάστηκε κάπου να ακουμπήσω,
βρήκα τον ώμο σου πρόθυμο για να γύρω,
αυτό χρειαζόμουν μου φτάνει.

Και η προσμονή έχει κουράσει,
γι’ αυτό άλλαξα ρότα,
βρήκα την αποστροφή που να ταιριάζει .

Χρειάζομαι να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου,
να ζωγραφίσω ξανά τα όνειρα μου.
Χρειάζομαι  να βρω γαλήνια θάλασσα .

Την επανάσταση την κρατώ φυλαγμένη για μένα,
για να την μοιραστώ,
όταν θα έχω το κλειδί που θα ταιριάξει.

Μου είναι δύσκολο να θωρακίσω την έρωτα μου,
αγκαλιάζει λίμνες, βουνά, θάλασσες, χρώμα,
φως, έναστρο ουρανό.

Μα γιατί είμαι βουτηγμένος στον ιδρώτα,
ενώ η θάλασσα είναι ένα βήμα ,
σκέφτομαι την ανατροπή .

Καθημερινά αντιμετωπίζω την πρόκληση της,
αλλά εγώ αποστρέφω το βλέμμα αδύναμα.
Η δροσιά της δεν με γοητεύει πλέον .

Ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα
Το καλοκαίρι επιμένει να με διαψεύδει,
με κολασμένο περίγυρο.

Με κάρφωσαν οι λέξεις αγαπημένου τραγουδιού,
όλα τα χαμόγελα και όση ελπίδα είχα,
τα πήρανε οι αγέρηδες, πικρή ανταλλαγή.

Τα πάθη φυλλορροούν,
 εστίες γίνηκαν πολλές,
 τα πολεμοφόδια λιγόστεψαν .


Μου φόρεσαν μαύρη στολή, γυαλιά σκούρα
και μου έδειξαν τον δρόμο.
Πως έμεινα δίχως λαλιά ;

Φοβάμαι τους ίσκιους,
η συμπεριφορά άλλαξε συνήθειες,
κυκλοφορεί ντυμένη με κουκούλα.



Οι μουσικές κρατούν τα βλέφαρα ανοιχτά
για την Eλλάδα του κάποτε,
να ζει το σήμερα προκαλώντας το αύριο.

Όταν τα όργανα παίζουν,
κοιμούνται τα πουλιά
και τα αγρίμια γυροφέρνουν .

Τα χαρτιά έβγαλαν μπαλαντέρ
και τα ζάρια ντόρτια ,
είμαι άσχετος με τα παίγνια.

Αρπαχτικά γέμισαν
τον καταγάλανο ουρανό,
η μόνη διέξοδος το τελευταίο κύμα.

Εκεί που την πάλευα την χώνεψη,
μου κάθισε πάλι
στο στομάχι το βαρίδι.

Αυτές τις μέρες ,
αρκετοί οι ζωντανοί,
ακόμη που αντέχουν!
  
Έχω ξεμείνει από ζωή ,
ας πάρω μια τζούρα
κι ας είναι δηλητήριο.

Μου ζήτησαν να πληρώσω τα χρέη,
με την περηφάνια μου,
αλλά εγώ την φύλαγα για τα παιδιά μου.

Με βρήκαν θυμωμένο
και με ταπείνωσαν ,
πλήρωσα με ακριβό τίμημα.

Έκρυψα το πρόσωπο μου,
στις δυο παλάμες,
για να αποφύγω την σκέψη σου.

Τα μάτια σου περιέγραφαν,
τον θάνατο μου,
τρόμαξα υστερικά.

Μετά από βαθύ ύπνο,
άνοιξα τα μάτια μου,
σε άγριο τόπο.

Τα πλατάνια χάσανε τα φύλλα τους,
τα γάργαρα νερά κυλούν αθόρυβα,
ας κάνουμε ησυχία.

Το όνειρο μου 'κρυβε μυστικά
κι εγώ έψαξα βαθιά,
μέσα στο σκοτάδι.

Το δάκρυ μου μαχαίρι θα κοπεί,
απ’ την θηλιά που μου 'βαλες πριν λίγο,
το δένδρο όμως είναι σπόρος δικός μου.

Η σκλαβιά δεν είναι δική μου,
την βρήκα δανεική
και την επέστρεψα.

Τα τραύματα γίνανε πολλά,
ακόμη θυμάμαι,
εκείνο το στοργικό χέρι.

Έχασα το ταξίδι μου,
η θέση ήταν πιασμένη,
για πάντα.

Χρειαζόμουν λίγο κάπου ν' ακουμπήσω,
αυτό το παγκάκι θυμάμαι,
ότι δεν το έφερα εγώ.

Τα ψάρια στρέψανε αλλού την προσοχή,
το τραπέζι θα μείνει πάλι αδειανό
πολλοί είναι αυτοί που λυπηθήκανε.

Έμεινα αρκετά εκτεθειμένος,
συχνά μου συμβαίνει,
τον τελευταίο καιρό.

Σήμερα που ανακτήσαμε το εθνικό φρόνημα, 
η θάλασσα θύμωσε
και ο ουρανός  έκρυψε τον ήλιο.

Τσαλάκωσα το πείσμα μου ,
μου 'καναν δώρο λέξεις φονικά
που τ'αναγνώρισα .

Μου κλέψανε το χαμόγελο
κι εγώ το χα ακριβό,
δεν τους είναι  φιλικό.

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού


Πολλές γίνανε οι φυλακές λίγα τα παραθύρια,
αφιλόξενος φαντάζει ο τόπος
και τα πουλιά του φεύγουν τρομαγμένα.

Έχω ακόμη το μαύρο στα μάτια,
περίεργο μου φαίνεται,
της μέρας το φως .

Έχω μπροστά μου Ερινύες,
είναι αργά πλέον για άλλες νύχτες!
προηγήθηκαν οι άλλες.

Το πνεύμα έμεινε παγιδευμένο,
πολλές γίνανε οι πληγές,
που χρειάζονται να επουλωθούν.

Έγινα ξένος σε άγνωστο τόπο
με άγρια πουλιά,
οι φτερούγες τους σκιάζουν τις αποφάσεις μου.

Μου φόρεσαν φράκο
κι ένα ψηλό καπέλο,
δεν ταιριάζουν με τον πολιτισμό μου.

Μου ζήτησαν να πληρώσω τα χρέη μου
 με πλεόνασμα περηφάνιας,
 κληρονομιά ακριβή την έχω φυλαγμένη.

Αυτή την ώρα,
όλα γύρισαν ανάποδα,
με βουρδουλιές μαστιγώνουν την γνώμη μας.

Αναρωτιέμαι,
γιατί να λέγομαι άνθρωπος,
εφόσον δεν μπορώ να είμαι;

Από παντού υπάρχει σαματάς,
με το στανιό κουμάντο
απογοητεύτηκε το κουράγιο.

Θα δείξει η  μέρα αν χαμογελά η κλαίει,
αν ο ήλιος θα φανεί με κέφι ή
θα στήσει η βροχή καρτέρι.

Ήρθε η σημερινή μέρα ,
δεν έχει το χθες

και το αύριο μου είναι άγνωστο .

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος