Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

η μοναδική στιγμή

Φωτογραφία Κούλα Κασώτη
H φύση παίρνει σιγά τα φθινοπωρινά χρώματα της, συνεπής στον κύκλο που ορίζει η ίδια.Έφθασε το τέλος του έρωτα στα καλοκαιρινά παιχνίδια, που τα παρέσυρε ο άνεμος και τα σκόρπισε ανέμελα παντού. Το βλέμμα αφήνεται να παρακολουθεί ανήμπορο, νιώθοντας κοντά το ξελόγιασμα του χρόνου. Θλίψη συνοδεύει τους χωρισμούς που δεν άντεξαν στην ελπίδα.
Το μάνταλο στην πόρτα έχει μοιράσει  αντικλείδια και τα μοσχολούλουδα στρώνουν χαλί με το άρωμα τους.Όσοι επιβίωσαν θα μπορέσουν να κοιτάξουν πίσω. Οι αγκαλιές χρειάζονται να γεμίζουν με ζωή. 

Έτσι κι αυτή ,όλα τα χαμόγελα της τα έχει δώσει προσφορά στον χρόνο, που της χαρίζει μέρες στο κονάκι της. Χρειάζεται κάπου ν' ακουμπήσει. Το σήμερα κουβαλάει το χθες, το αύριο της είναι άγνωστο.
Με παρέα το μελαγχολικό κελάηδισμα των πουλιών και το ανησυχητικό γάβγισμα των σκύλων, ο περίπατος έχει τα δικά του αναγνωριστικά στοιχεία. Κουβαλά τις προσωπικές ανταύγειες της ψυχής, αναζητώντας να τις παντρέψει με κάθε λογής χρώματα της φύσης. Το ζευγάρωμα τους ήταν αναπάντεχο, αλλά τόσο συναινετικό όταν συναντήθηκαν στο ίδιο μονοπάτι.

«Πολλές αναμνήσεις, αναρίθμητες ευχές»

Το δικό της μονοπάτι, οδηγεί τα βήματα της στο ίδιο πάντα σημείο. Από εκεί καλοδέχεται με χαρά τα πλοία που έρχονται και από το ίδιο μέρος τους αποχαιρετά με πόνο καρδιάς. Συνηθισμένη πλέον σε αλλεπάλληλα συναισθήματα να αντιμάχονται πιο απ’ όλα θα τη διεκδικήσει, επαναλαμβάνει κάθε φορά την ίδια κίνηση, στο ίδιο σημείο αναφοράς, μέχρι να τη βρει η νύχτα να την προλάβει το φεγγάρι, ν’ αντικρίσει  απέναντι τα φώτα των σπιτιών στο χωριό, για να πάρει το δρόμο της επιστροφής στη μοναξιά της.

Η μέρα της είναι πάντα γεμάτη. Η νύχτα της γίνεται πιο εύκολη. Θ’ ανάψει ένα κερί που έχει κοντά στην πόρτα ,της αρέσει το λιγοστό φως, θα βάλει τον αγαπημένο της δίσκο στο πικάπ και θα ξαπλώσει πάνω στο χαλί μ’ ένα ποτό στο χέρι, ακούγοντας μόνο τον χτύπο της καρδιάς από τον σκύλο της. Όταν την παίρνει στην αγκαλιά του ο Μορφέας την γεμίζει  με όνειρα γεμάτα ταξίδια, απομακρύνοντας τις φοβίες της.
Το ξημέρωμα ανοίγει τις πόρτες του διάπλατες, που η ξελογιάστρα νύχτα γλίστρησε αθόρυβα στο μονοπάτι της!
Η επόμενη μέρα έχει να δείξει!
Καμιά φορά όταν αραχνιάζει η εικόνα στη σκέψη της ,βιάζεται να σύρει το φως της μέρας, τρέμουν τα χέρια της με τη σκέψη αναπόφευκτη.

Θα πάει να συναντήσει τη μοναδική στιγμή!


Τάσος Ορφανίδης

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ιδανική νύχτα




Κάτω από το αχνό φως του φεγγαριού, όλα φαίνονται υπέροχα.
Η απόλυτη σιγαλιά, άπλωσε  τα πλοκάμια της κι έφτιαξε την ιδανική νύχτα .
Τα σκυλιά  κουλουριάστηκαν και αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα.
Απαλό χάδι, συντρόφευε τα αταξίδευτα όνειρα.  
Φωνές γίνανε νότες, παίζοντας με τα άστρα στις παραλλαγές των χρωμάτων.
Ιδανική νύχτα σήμερα!


 Τάσος Ορφανίδης

έτσι όπως κυλά η ζωή

Φωτογραφίες Κατερίνα Μαργέτη 

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η Ικαρία είναι το νησί που έχει ενέργεια. Η μακροβιότητα των κατοίκων του με τους αργούς ρυθμούς που κυλά εκεί η ζωή,είναι ένα από τα θέματα που προκαλούν το ενδιαφέρον. Συνηθίζεται, να κρεμούν τα παπούτσια τους και να περπατούν ξυπόλητοι, για να πάρουν από την ενέργεια του νησιού.

Κάπως έτσι και η Ελευθερία,είχε πιάσει ήδη τα 45 και τα σκαμπίλια στο πρόσωπο ατέλειωτα. Μόλις επισκέφθηκε το νησί, έπεσε στα τέσσερα, ασπάστηκε το χώμα που πατούσε, κρέμασε τα παπούτσια της σε μια πινακίδα παραπέρα και κίνησε ξυπόλητη να διαβεί το μονοπάτι που οδηγούσε στην εκκλησιά. 

Δεν υπήρξε ποτέ τόσο θεοσεβούμενη αλλά κάτι την έσπρωχνε προς τα εκεί. Το βήμα της έγινε σταθερό, το τρέμουλο από τα χέρια εξαφανίσθηκε, ένα χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπο γεμάτο αυτοπεποίθηση, κάτι της έλεγε  τώρα ότι θα τα καταφέρει.

Πάει καιρός που πάλευε να ισορροπήσει με τις επιθυμίες της. Ήθελε να φθάσει στο χωριό, να κρεμάσει τα παπούτσια της  και να βρεθεί στο κύκλο του χορού στο πανηγύρι. Ένα κεράκι θα το άναβε έτσι κι αλλιώς , αλλά να κλείσει τον κύκλο του χορού ήταν απρόσμενο. 

Τα μάτια της άστραψαν, η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, δεν έχασε βήμα, τα πόδια της πετούσαν μαζί με τη ψυχή της. Γνώριμα πρόσωπα αγαπημένα, την κοιτούσαν μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπο , σαν να της έλεγαν προχώρα μη σταματάς κι άλλο , ακόμη ένα χορό, τον δικό σου χορό .

Στην αρχή  γελούσε  σιγανά, διστακτικά όπως τα βήματα της και μετά δυνατά μέχρι που παρέσυρε και τους άλλους να γελούν μαζί της φωναχτά , με όση δύναμη της είχε απομείνει, στην προσπάθεια της να συναντήσει την ενέργεια των χωμάτων που την γέννησαν.


Τάσος Ορφανίδης  

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

ένα μυστικό που δεν έχει λόγια

φωτογραφίες Κατερίνα Μαργέτη


Τους έρωτες που διάλεξα,
τους άφησα να κοιμούνται,
εκεί που τους πρωτόδα .

Μόνο στα γνώριμα μέρη,
μπορώ κι αναπνέω,
εκεί θα  τους ξανάβρω.

Άργησες του είπε,  γύρισε απ’ την άλλη πλευρά κι αποκοιμήθηκε. Άπλωσε το χέρι του διστακτικά να χαϊδέψει τα μαλλιά της, αλλά μια νευρική κίνηση της, τον σταμάτησε. Πόσες συγνώμες μπορώ να ζητήσω, σκέφθηκε, για να εξιλεωθώ που ξεχάστηκα. Πως να της πω ότι το μοναδικό μου αγόρι, το συνάντησα τυχαία  στο κατάστρωμα του πλοίου, όπως ερχόμουνα. Πως μπορούσα να αφήσω αυτή τη μοναδική στιγμή. Εκείνο δεν ήξερε, γύρισε με προσοχή τα μάτια του προς εμένα, απορημένο που τον κοίταζα με τόση αγάπη. Δεν μπόρεσα καν να του μιλήσω, ένας κόμπος στο λαιμό, χτύποι στην καρδιά και μιλιά καμία. Έμεινα μόνο να τον κοιτάω ,να περνάνε τα χρόνια του μπροστά μου σαν αστραπή, να μου θυμίζουν τις ευκαιρίες που έχασα. Δεν μ’ άφησε ποτέ να τον πλησιάσω. Όλα τα χρόνια έμεινα σε απόσταση να παρακολουθώ τα βήματα του , το παιχνίδι του .Πώς να της το πω γιατί άργησα, θα καταλάβει;


Τάσος Ορφανιδης

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Αυτός που έπεσε από τη σκάλα


«Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος»

Σοφή η λαϊκή παροιμία αλλά ποιος της δίνει σημασία . Εγώ π.χ το κατάλαβα όταν την έπαθα.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Εδώ και πολύ καιρό βάζω στο πρόγραμμα να βάψω τα ξύλινα κουφώματα του σπιτιού , αλλά κάθε τόσο το αναβάλω. Αυτές τι μέρες που ο καιρός βοηθά για τέτοιες δουλειές, το πήρα απόφαση. Ετοίμασα τα πινέλα μου , τα λάδια, έκανα γενικά ότι προετοιμασία χρειάζεται, καθότι έμπειρος. Είναι αλήθεια ότι το έψαχνα να το αναθέσω σε κάποιον, αλλά φοβούμενος ότι δεν θα έκανε προσεκτική δουλειά, δεν το αποφάσισα.

Να μη τα πολυλογώ, χθες τέλειωσα με την μια πλευρά του σπιτιού. Περνούσαν οι χωριανοί από μπροστά , ο καθένας με τον καλό του λόγο κι εγώ καμάρωνα σαν το σκερπάνι . Σήμερα ήρθε η σειρά της άλλης πλευράς με κατηφορικό έδαφος, δηλαδή δυσκολία στη σκάλα.

Η γυναίκα μου πιεζόμενη από κάποια δουλειά στη κουζίνα, μου ζήτησε να μη πιάσω μόνος μου τα ψηλά, για να βρίσκεται αυτή μαζί μου δίπλα στη σκάλα . Εσύ είσαι που το λες ; Την προτροπή της την προσπέρασα κι επιχείρησα να κάνω του κεφαλιού μου. Ανέβηκα στη σκάλα, έφθασα στα ψηλά κι εκεί που όλα πήγαιναν καλά,ξαφνικά βρέθηκα να ακολουθώ τη σκάλα στο πέσιμο της. Μπροστά η σκάλα πίσω εγώ η μαζί της,ούτε καν θυμάμαι.

 Η καημένη Μάνα μου κόντεψε να πάθει συγκοπή , η γυναίκα μου βγήκε από το σπίτι σαν παλαβή , τα σκυλιά μου τους κόπηκε η λαλιά , μόνο εγώ ακουγόμουν να σφαδάζω από τον πόνο. Στο μυαλό μου ήρθαν εικόνες από παλαιότερο ατύχημα μου, όταν έπεσα από τη σκάλα σε ανάλογη προσπάθεια, μπροστά στα μάτια της ανήμπορης πεθεράς μου.

Οι πόνοι στα πλευρά , στη λεκάνη , στον αυχένα και όπου αλλού μπορείς να φανταστείς. Ευτυχώς τα άκρα κινιόντουσαν , το κεφάλι στη θέση του, που να το έσπαγα μπας κι έβαζα μυαλό. Με αρκετή προσπάθεια σηκώθηκα  και αμέσως με φόρτωσε η γυναίκα μου στο αυτοκίνητο για το νοσοκομείο Πολυγύρου.  

Για καλή μας τύχη δεν υπήρχε πολύ κίνηση, εξετάστηκα σχεδόν αμέσως , ούρα, αίμα, ακτίνες και η διάγνωση ήταν αρκετά θετική. Κανένα κάταγμα. Θέλει σπάσιμο το κεφάλι μου το ξερό η δεν θέλει.   


Γι’ αυτό λοιπόν « όποιος βιάζεται σκοντάφτει», αυτά λέει η παροιμία κι αυτός που έπεσε από τη σκάλα.  

Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

ο ήχος από το πλοίο

Κατερίνα Μαργέτη
Ήταν 7 το απόγευμα, όταν πήρε το τελευταίο πλοίο της γραμμής για Πειραιά. Θα ‘θελε να μη  χτυπούσε το ρολόι , να μη φώναζε η μάνα με ανησυχία για την ώρα, να μη καλούσε το πλοίο για την άφιξη του στο λιμάνι. Ήταν απλό, δεν ήταν έτοιμη για να φύγει.

Την βαλίτσα της την ετοίμασε από την προηγούμενη μέρα, γεγονός ασυνήθιστο για την ίδια. Πάντα την τελευταία στιγμή. Κάθονταν επί ώρες μπροστά της κι έβαζε ένα ένα τα πράγματα, χωρίς να έχει συνείδηση τι κάνει. ¨Όλες της οι κινήσεις ήταν μηχανικές.
Έριξε μια τελευταία ματιά απ’ το παράθυρο που έβλεπε στο λιμάνι. Η εικόνα από τα φώτα του πλοίου δήλωνε ότι τέλειωσαν τα ψέματα, σήμανε  αναχώρηση.
Της ήταν δύσκολο να πατήσει στην αποβάθρα, ν’ανέβει τις σκάλες, να βρεθεί ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους με τα χαρούμενα πρόσωπα των διακοπών, να συναντήσει τον ίδιο.
Εκεί ήταν πάνω στο κατάστρωμα που αντάμωσαν για πρώτη φορα τα βλέμματα τους, καθώς κοιτούσαν στο ίδιο σημείο στη θάλασσα. Μια παρέα από  δελφίνια που έπαιζαν μαζί τους, ήταν η αφορμή για να γνωριστούν. Η κουβέντα έφερε ένα καφέ στο μπαρ, εξυπηρέτηση στις αποσκευές, διακοπές στο ίδιο μέρος για λίγες μέρες, μπάνιο στην ίδια ακτή , παιχνίδι στην παραλία.
 Δεν άργησε να τον γνωρίσει στην παρέα της, ακολούθησε κιθάρα και τραγούδι κάποια  βράδια, με αναμμένη τη φωτιά από ξύλα που έφερε το κύμα , πολλές ώρες μαζί.
Δεν άργησε επίσης να μάθει αρκετά γι’ αυτόν, για να αρχίσει ν’ απομακρύνεται σταδιακά με τον ίδιο ρυθμό που πλησίαζαν αρχικά ο ένας τον άλλον. Δεν άργησε να καταλάβει ότι έμπλεξε κι έπρεπε να ξεμπλέξει, όσο κρατούσαν οι διακοπές. Η συνέχεια έπρεπε να περιέχει το τέλος, ένα τέλος που έπρεπε αλλά δεν το ήθελε.
Ο ήχος από το πλοίο για δεύτερη φορά,την έβγαλε από τις σκέψεις της.Πήρε βιαστικά την βαλίτσα της, ασπάστηκε την μάνα της αποφεύγοντας το βλέμμα της και κίνησε βαριεστημένα για το λιμάνι, προσπαθώντας να κλείσει στα μάτια της  την εικόνα του όπως τον πρωτοσυνάντησε, πάνω στο κατάστρωμα κοιτώντας στο ίδιο ακριβώς σημείο. Οι ματιές τους, αυτή τη φορά  δεν πρόκειται να συναντηθούν.


Τάσος Ορφανίδης 

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ένας φευγαλέος έρωτας

Μιχάλης Ματζαβίνος
Ήταν εκεί , κατέβηκε νωρίς το πρωί ,ήθελε να είναι μόνη. Δεν συνάντησε κανέναν , ούτε βλέμματα, ούτε χαιρετίσματα, τίποτα. Η απόλυτη μοναξιά . Προχώρησε αργά, φωτογράφισε με το βλέμμα της κάθε σημείο της παραλίας, εντόπισε εκείνο που ήθελε πάντα να πηγαίνει αλλά  κάποιος άλλος την προλάβαινε. Άπλωσε την πετσέτα της , δεν είχε πάρει πολλά μαζί της ,  έβγαλε από τη τσάντα της το αγαπημένο της βιβλίο και τ’ άφησε μαζί με τα γυαλιά της στην πετσέτα της,δεν είχε λόγο να βιάζεται. Δεν φορούσε κάτι άλλο, εκτός από το μαγιό της.Η επόμενη της κίνηση ήταν να ρίξει μια βουτιά στη μαγική θάλασσα , να ξεχαστεί στην αγκαλιά της . Με λίγες απλωτές προχώρησε αρκετά μέσα, μέχρι που γύρισε ανάσκελα και άπλωσε το κορμί της να το χαϊδεύει απαλά  το μικρό κύμα.
Θα πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα , όταν άκουσε φωνές δίπλα της που την ξάφνιασαν. Μια παρέα κοριτσιών έπαιζαν με την μπάλα μέσα στο νερό. Αποφάσισε να αναζητήσει την ησυχία της στην απόμερη γωνιά της  στην παραλία, συνεχίζοντας το βιβλίο της .Τίποτε άλλο δεν της ήταν ενδιαφέρον εκεί. Πήρε την πετσέτα της , σκούπισε κάθε σταγόνα νερού από πάνω της και ξάπλωσε αναζητώντας την σελίδα που είχε μείνει. Σελίδα 135 , « ένας φευγαλέος έρωτας» . Είχε ενδιαφέρον στην πλοκή του ,μάζεψε τα πόδια της ακούμπησε πάνω τους το βιβλίο, το κεφάλι της στο ανάχωμα πίσω της σαν μαξιλάρι και χάθηκε στις σελίδες του.
Όταν τέλειωσε, ο « έρωτας» του βιβλίου της  είχε μεγάλη απογοήτευση , δίπλα της οι πετσέτες γίνανε πολλές ,οι ομπρέλες άλλο τόσο ,οι φωνές και οι ρακέτες ασταμάτητες ,το κύμα αγρίεψε κι αυτή είδε ότι δεν την έπαιρνε άλλο για να μείνει .

Τάσος Ορφανίδης